Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έξυπνη πόλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έξυπνη πόλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

11 Φεβ 2021

Ενα Όνειρο για τη Δράμα

 

Πάρκα με αιωνόβια πλατάνια, βελανιδιές, φλαμουριές, κουφοξυλιές, φτελιές. Ακούγονται χιλιάδες πουλιά, η άνοιξη έρχεται με ευωδιές, και το καλοκαίρι όλη η πόλη είναι μία δροσερή όαση μέσα στον ηλιοκαμμένο κάμπο. Σε κάθε γειτονιά μικρά πάρκα με ανθισμένα παρτέρια που τα φροντίζουν συνεργατικά οι γείτονες είναι ευκαιρίες για κοινωνικότητα, άσκηση, ψυχαγωγία και ευκαιρίες παιδαγωγικού παιχνιδιού για τα μικρά παιδιά. Στα πάρκα αυτά ξύλινοι καλαίσθητοι κομποστοποιητές δέχονται τα ξερά φύλλα του φθινοπώρου και τα υπολείμματα από τις κουζίνες της γειτονιάς. Όλοι πια οι γείτονες γνωρίζουν πώς γίνεται το καλό κομπόστ, όλοι το «ταϊζουν», και μια φορά το χρόνο το ανοίγουν και το μοιράζονται για τους κήπους τους και τα κοινά παρτέρια. Η ενασχόληση με τα κοινόχρηστα πάρκα γίνεται ευκαιρία για φιλική κουβέντα και άσκηση αληθινής πολιτικής: συζητήσεις και διάλογοι που οδηγούν στη λήψη αποφάσεων για το κοινό καλό. Πάνε χρόνια τώρα που οι δημότες ψηφίζουν με γνώμονα όχι τους ωραίους εμπνευσμένους λόγους και τις εντυπωσιακές φωτογραφίες των υποψηφίων, ούτε με τη λογική της ‘ανάθεσης έργου’, αλλά σύμφωνα με την ικανότητα που έχουν οι εκάστοτε υποψήφιοι για αληθινή ενσυναισθητική ακρόαση και συμπεριληπτικότητα όλων των φωνών και των αναγκών της πόλης.

Ο δήμος πήρε ευρωπαϊκή επιδότηση για ανανεώσιμη ενέργεια, και αγόρασε για όλες τις ταράτσες της πόλης φωτοβολταϊκά πάνελ και μπαταρίες. Όλα τα δημόσια κτίρια, όλα τα σχολεία, αλλά και όλα τα νοικοκυριά έχουν πλέον το δικό τους ανεξάρτητο ρεύμα, το οποίο και αυτοδιαχειρίζονται με επιτυχία. Σε όλα τα σπίτια επίσης δόθηκαν δεξαμενές νερού οι οποίες γεμίζουν από τις υδροροές με τη βροχή, και έτσι υπάρχει άφθονο ποτιστικό νερό για τους κήπους το καλοκαίρι. Κάποια σπίτια μάλιστα ζήτησαν και δεύτερη, με τη λογική να γεμίζουν το καζανάκι τους με δωρεάν νερό. Φυσικά η διαχείριση του νερού γίνεται από επιτροπή πολιτών η οποία εκλέγεται ανά δύο χρόνια από ολόκληρη την πόλη. Η επιτροπή αυτή δεν λογοδοτεί μόνο για το πόσιμο νερό, αλλά και για την κατάσταση των ρεμάτων των πηγών και των χειμάρρων που διατρέχουν την πόλη – τα οποία διατηρούνται καθαρά και οι όχθες τους έχουν διαμορφωθεί σε χώρους περιπάτων αναψυχής. Είναι χώροι που γεμίζουν από νεαρές οικογένειες που βγαίνουν για να περπατήσουν και να ακούσουν τα πάμπολλα είδη υδρόβιων πουλιών που ζουν πλέον εκεί. Τα ρέματα έχουν πλέον νερό όλο το χρόνο. Πού και πού κάποιοι ηλικιωμένοι κάθονται σε παγκάκια και ψαρεύουν με  καλάμι ή μαθαίνουν τα εγγόνια τους να ψαρεύουν με την απόχη.

Πριν κάποια χρόνια αγοράστηκαν όλα τα ετοιμόρροπα νεοκλασικά σπίτια της πόλης από το δήμο, και η μελέτη της αναστήλωσής τους δόθηκε ως πτυχιακές εργασίες σε φοιτητές των Πολυτεχνικών σχολών της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας. Δεκάδες τελειόφοιτοι πολιτικοί μηχανικοί και αρχιτέκτονες πέρασαν τον χρόνο της εκπόνησης των μελετών τους στην πόλη για να μυηθούν στην ιστορία των κτιρίων που αναστήλωναν και ανακαίνιζαν, κάποιοι και καθ’ όλη τη διάρκεια των εργασιών. Τα ανακαινισμένα νεοκλασικά μετατράπηκαν σε ξενώνες και διαμερίσματα για τους επισκέπτες της πόλης. Υπήρχε πλέον λίστα αναμονής για φιλοξενία σε αυτά, μια που η Δράμα ήταν η πρώτη πόλη που εμπνεύστηκε και εφάρμοσε κάτι τέτοιο. Πέραν της εισροής ταξιδιωτών, ερευνητών, και εξεχόντων προσωπικοτήτων στην πόλη που ήθελαν να ζήσουν μαζί την πολυτέλεια και ένα μικρό ταξίδι στο χρόνο, το εγχείρημα αυτό δημιούργησε πληθώρα θέσεων εργασίας, ανανεωμένη περηφάνια για την ιστορία της πόλης, και σημαντικά έσοδα για τον δήμο.

Με τα έσοδα αυτά ο δήμος μπόρεσε να μειώσει τα δημοτικά τέλη και να χτίσει ένα εξαιρετικό δημοτικό θέατρο, που για χρόνια ήταν πάγιο αίτημα των δημοτών. Για τη μελέτη και την κατασκευή του θεάτρου συνεργάστηκαν οι τοπικές θεατρικές ομάδες με τη σχολή Αρχιτεκτονικής του ΑΠΘ, όπως επίσης και με τους Δραμινούς αποφοίτους της τοπικής σχολής Αρχιεκτονικής Τοπίου, που γνώριζαν καλά την πόλη τους και την αισθητική της. Στο δημοτικό θέατρο στεγάζονται όλες οι θεατρικές ομάδες της Δράμας, όπως και ομάδες δραματοθεραπείας και ψυχοδράματος. Χάρη στην εξαιρετική κατασκευή του, πολλοί θίασοι των μεγάλων πόλεων το προτιμούν και χαίρονται να δίνουν παραστάσεις. Δεν περνά ούτε μία εβδομάδα μέσα στο χρόνο χωρίς κάποια μικρή ή μεγάλη θεατρική παράσταση.

Ένα μεγάλο μέρος του κέντρου της πόλης πεζοδρομήθηκε (εκτός των πολύ πρωινών και βραδινών ωρών για την τροφοδοσία των καταστημάτων). Για όσους δυσκολεύονταν στο περπάτημα υπήρχαν ποδήλατα, τρίκυκλα, και ηλεκτρικά σκούτερ με καλαθούνες για τα ψώνια, τα οποία λειτουργούσαν με κάρτα. Η κάρτα δινόταν σε όλους τους δημότες δωρεάν, και οι επισκέπτες μπορούσαν να ‘νοικιάζουν’ κάρτα με την ώρα ή τη μέρα από τα περίπτερα.

Προκειμένου να υπάρχει εργασία αλλά και περισσότερος ελεύθερος χρόνος για όλους θεσπίστηκε η τριήμερη εργασία. Κάτι που ξεκίνησε ως πειραματική συνθήκη στην πόλη της Δράμας εξελίχθηκε σε πανελλαδική πρακτική, από την οποία όλοι ωφελήθηκαν. Πατάχθηκε όχι μόνο η ανεργία και η διαρροή ανθρώπινου δυναμικού στο εξωτερικό, αλλά και η κατάθλιψη που μάστιζε για πολλά χρόνια τόσο την πόλη όσο και τη χώρα ολόκληρη.

Τα σχολεία της Δράμας απέκτησαν τους πιο χαρούμενους μαθητές. Δεν αυξήθηκαν μόνο οι εκδρομές και οι αληθινά εκπαιδευτικοί περίπατοι με ειδικούς παιδαγωγούς μέσα στο καθημερινό πρόγραμμα, αυξήθηκε και ο χρόνος που περνούσαν τα παιδιά στους αύλειους χώρους του σχολείου: δημιουργήθηκαν κήποι λαχανικών και βοτάνων, φυτώρια δέντρων, υπαίθρια γυμναστήρια, πέργολες κάτω από τις οποίες γινόταν το μάθημα και οι εργασίες των παιδιών όταν το επέτρεπε ο καιρός και το θέμα. Εγινε πράξη η συνεργατική βιωματική μάθηση, η αλληλοδιδακτική, και η διαθεματική διδασκαλία. Δημιουργήθηκαν επιτροπές μαθητών-εκπαιδευτικών για διάφορα θέματα που αφορούσαν τόσο την εκπαιδευτική διαδικασία όσο και την ίδια την σχολική κοινότητα. Τα παιδιά απέκτησαν λόγο για το πώς ήθελαν να είναι, να λειτουργεί, να διοικείται το σχολείο τους, και έτσι απέκτησαν ευθύνη: ευθύνη για τη μάθηση, το κτίριο, και ο ένας για τον άλλον. Οι ενδοσχολικές σχέσεις εξομαλύνθηκαν, ενισχύθηκε ο αμοιβαίος σεβασμός, και οι όποιες συγκρούσεις προέκυπταν λύνονταν από ομάδες ομότιμων διαμεσολαβητών, ειδικά εκπαιδευμένων στην επίλυση συγκρούσεων. Το σχολείο έγινε χώρος δημιουργίας και χαράς, και δεν ξανακούστηκε ποτέ περιστατικό βίας ή χρήσης ουσιών.


Οι Τέχνες μπήκαν στα σχολεία δυναμικά, ειδικά το θέατρο η μουσική και τα εικαστικά. Δεν ήταν λίγες οι φορές που παρέες μαθητών αποφάσιζαν να κάνουν μίνι συναυλίες στο πάρκο της γειτονιάς τους, ή να ανεβάσουν σκετσάκια, ή να κάνουν πρότζεκτ φωτογραφίας κάνοντας πορτραίτα των γειτόνων-κηπουρών ή των παππούδων τους. Θεσπίστηκε ο μήνας τοπικής  ιστορίας όπου μαθητές έπαιρναν συνεντεύξεις από τους παππούδες και τις γιαγιάδες τους, ή τους καλούσαν μέσα στην τάξη τους για να μιλήσουν για κάποιο σημαντικό γεγονός που έζησαν ή το πώς ήταν η ζωή στα νειάτα τους. Στο τέλος του χρόνου δημιουργούσαν ταινίες ή βιβλία με τις ιστορίες που μάζευαν, γνωρίζοντας ότι αυτά ουσιαστικά θα αξιοποιηθούν από τα δικά τους παιδιά και εγγόνια, και έτσι δεν θα χαθεί η συνέχεια της ιστορίας της πόλης και των χωριών της.

Το σχολείο επίσης οργάνωνε Σαββατοκύριακα ή και ολόκληρες εβδομάδες υπαίθριας διαβίωσης στα δάση και στα βουνά του νομού, με ειδικούς εκπαιδευτές, προκειμένου να γνωρίσουν και να αγαπήσουν οι μαθητές τη φύση της πατρίδας τους. Κάθε βράδυ, γύρω από τη φωτιά, γίνονταν συζητήσεις για τα όνειρα και τις κοσμοθεωρίες των παιδιών και όχι μόνο: εκεί μάθαιναν τα παιδιά και χαίρονταν οι μεγάλοι τη δύναμη της κοινότητας, του λόγου, και του αλληλοσεβασμού. Στις «εκδρομές» αυτές τα παιδιά μάθαιναν βιωματικά και συνεργατικά οικολογία, φυσική, χημεία, μετεωρολογία, μαθηματικά, αλλά και μαγειρική, λογοτεχνία, μουσική, και φιλοσοφία. Ίσως όμως το πιο σημαντικό μάθημα, όπως έλεγαν μαθητές και εκπαιδευτές, ήταν η αξία της κοινότητας, η φροντίδα του ενός για τον άλλον και ο συνταιριασμός των δεξιοτήτων του καθενός για να παραχθεί έργο και αρμονία. Εκεί γεννιόντουσαν και οι μεγάλες αγάπες.

Το Δασαρχείο ήταν η πλέον εξέχουσα υπηρεσία της Δράμας, για την οποία διαγκωνίζονταν οι καλύτεροι δασολόγοι της Ελλάδας. Η μοναδικότητα των οικοσυστημάτων της την έκανε ένα μέρος ζηλευτό για τους ερευνητές και τους λάτρεις της φύσης. Υπήρχαν ειδικοί δασολόγοι που διέμεναν εκ περιτροπής σε δασικά καταλύματα, φύλακες της χλωρίδας και της πανίδας, και πρόθυμοι ξεναγοί στους εποχιακούς επισκέπτες. Θεωρείτο μεγάλο προνόμιο να έχει υπηρετήσει κάποιος σε αυτό το πόστο, μια που η εκπαίδευση που λάμβαναν οι δασολόγοι περιλάμβανε τα παιδαγωγικά και την προφορική αφήγηση, και έτσι γίνονταν ανάρπαστοι ως εκπαιδευτικοί εάν αποφάσιζαν να αποσυρθούν από τα δάση. Η «άγρια διαβίωση» ήταν ο μεγαλύτερος πόλος έλξης για την περιοχή, και πολλές υπηρεσίες αναπτύχθηκαν γύρω από αυτό.

Τα λατομεία σταμάτησαν τις εργασίες τους με κοινή απαίτηση των πολιτών, για την προστασία του υδρολογικού κύκλου και των ευαίσθητων οικοσυστημάτων της περιοχής. Άλλοι χώροι φυτεύτηκαν με δασικά δέντρα και θάμνους, άλλοι έγιναν θεατράκια και χώροι αναψυχής, και άλλοι έγιναν γεωπάρκα (κάποια μάλιστα εντάχθηκαν στη λίστα Παγκόσμιας Φυσικής Κληρονομιάς της Ουνέσκο) δεδομένης της πλούσιας βιοποικιλότητας και των ιδιαίτερων γεωλογικών σχηματισμών τους. Λόγω της αυξημένης επισκεψιμότητας ανθρώπων από όλον τον κόσμο, που έρχονταν να θαυμάσουν, πχ, τα φυτά που επέζησαν της εποχής των παγετώνων, δημιουργήθηκαν ευκαιρίες εργασίας για οικοξεναγούς και μικρά ποιοτικά καταλύματα στα γύρω χωριά.


Στον χώρο που άλλοτε λατρεύτηκε ο Διόνυσος δημιουργήθηκαν νέοι αμπελώνες, με παλιές και νέες ποικιλίες σταφυλιών. Καθιερώθηκε η βιοδυναμική καλλιέργεια και οινοποιία προκειμένου να αναδειχθεί το terroir της περιοχής. Τα κρασιά της Δράμας σάρωναν τα διεθνή βραβεία για τη μοναδικότητά τους, και ο τόπος έγινε πόλος έλξης για οινολόγους και γευσιγνώστες από παντού. Χάρη στο ότι μία ολόκληρη περιοχή καλλιεργείτο βιοδυναμικά από όλους τους οινοπαραγωγούς, η Δράμα είχε πολλά να συνεισφέρει στη διεθνή κοινότητα και φιλοξένησε πολλά συνέδρια βιοδυναμικής γεωργίας και οινοποιίας (προνόμιο που μέχρι τότε είχε μόνο η Γαλλία και η Αμερική). Ο θεός Διόνυσος δεν έφυγε ποτέ από αυτά τα χώματα.

Δημιουργήθηκε σχολή εθνολογίας και λαογραφίας όπου ερευνώνταν και διδάσκονταν τα τοπικά έθιμα, οι χοροί, τα τραγούδια, η μουσική, η οργανοποιία, η παραδοσιακή διατροφή και οι ενδυμασίες. Για να δημιουργηθεί ο μεγάλος αυτός οργανισμός (που περιλάμβανε μουσείο, βιβλιοθήκη, ταινιοθήκη, αίθουσες μουσικής και χορού) συνεργάστηκαν όλοι οι παραδοσιακοί και χορευτικοί σύλλογοι της πόλης. Οι νέοι μυούνταν στα έθιμα των προγόνων τους, και συμμετείχαν με νέα συνειδητότητα και περηφάνια που γίνονταν κι αυτοί κρίκοι μίας αρχέγονης αλυσίδας. Οι μαθητές των σχολείων της πόλης συχνά συνεργάζονταν με αυτόν τον οργανισμό, ειδικά στον μήνα τοπικής ιστορίας.

Οι τσιγγάνοι της πόλης, ως ξεχωριστή κοινότητα, έπαψαν να είναι στο περιθώριο. Τα παιδιά πήγαιναν όλα στο σχολείο αλλά μάθαιναν και τη γλώσσα τους. Η φυσική και η ψυχική υγεία της κοινότητας ήταν ειδικό μέλημα και προτεραιότητα του δήμου, με αποτέλεσμα να αναπτυχθεί μία κουλτούρα αυτοφροντίδας και αυτοπροστασίας άγνωστη στους παλαιότερους. Ο καταυλισμός τους επανοικοδομήθηκε ως νέος οικισμός με το δικό του ιδιαίτερο χρώμα: απέκτησε κομμωτήριο, ραφείο, καφενείο, και ένα μικρό κοινοτικό κέντρο όπου οι γεροντότεροι μαζεύονταν για να διδάξουν τη γλώσσα τους στα παιδιά, να κάνουν γάμους και γλέντια. Κάθε Μάιο ολόκληρη η Δράμα ήταν καλεσμένη στον εορτασμό του Εντερλέζι. Ήταν κάτι μοναδικό σε όλη την Ελλάδα οι τσιγγάνοι να διατηρούν την ισορροπία ανάμεσα στην συντήρηση της ιδιαιτερότητας της φυλής τους και στην ενσωμάτωση σε μία ευρύτερη κοινωνία.

Η τροφή της πόλης παραγόταν πλέον εξολοκλήρου τοπικά και βιολογικά, σε μικρά αγροκτήματα και μονάδες. Ποτέ δεν έλειπαν τα εργατικά χέρια, γιατί πολλοί νέοι έχοντας αποκτήσει την κουλτούρα του σχολικού λαχανόκηπου και έχοντας αγαπήσει τη γη,  ήθελαν να δοκιμάσουν την ένταξη στην παραγωγική διαδικασία και στην μεταποίηση. Τα μεγάλα σουπερμάρκετ αντικαταστάθηκαν από μικρά συνεταιρικά καταστήματα που διαθέτουν τοπικά προϊόντα. Οι αγρότες πειραματίζονταν με νέες καλλιέργειες, νέα φυτά, νέες μορφές μεταποίησης, και η πόλη μαζί με τον νομό έχουν γίνει εν πολλοίς αυτάρκεις σε τροφή. Η ποιότητα της τροφής, ο ελεύθερος χρόνος, οι καλές κοινωνικές σχέσεις, και η εγγύηση της εργασίας  είχαν σαν αποτέλεσμα την ελαχιστοποίηση της νοσηρότητας, και το μικρό τοπικό νοσοκομείο υπερεπαρκούσε για τις μειωμένες πλέον ανάγκες νοσηλείας.

Τα σκουπίδια της πόλης διαχωρίζονταν στην πηγή τους. Τα πλαστικά πήγαιναν σε ειδικούς κάδους, τους οποίους διαχειριζόταν μία πρωτοποριακή εταιρία που έφτιαχνε δομικά υλικά από πλαστικό. Τα χαρτιά, το αλουμίνιο και το γυαλί πωλούνταν. Τα οργανικά απόβλητα, όσα δεν «τάιζαν» τους κομποστοποιητές γειτονιάς στα πάρκα, αναλαμβάνονταν από τον δήμο, ο οποίος παρασκεύαζε υψηλής ποιότητας κομπόστ το οποίο διέθετε στους αγρότες. Το όφελος ήταν τριπλό: και οικονομικό (οι αγρότες μείωναν τα έξοδα παραγωγής, ο δήμος κέρδιζε χρήματα) και υγειονομικό (δραματική μείωση του όγκου των σκουπιδιών) και οικολογικό (το έδαφος βελτιωνόταν σταθερά με την εφαρμογή του κομπόστ, έναντι της πρόσκαιρης χημικής βελτίωσης με τα λιπάσματα που χρησιμοποιούνταν τα παλαιότερα χρόνια τα οποία μακροπρόθεσμα φτώχαιναν το έδαφος). Για τα παλιά έπιπλα, τα παλιά μηχανήματα, και τα παλιά ρούχα, υπήρχαν συνεταιρισμοί που τα αναβάθμιζαν και τα μεταποιούσαν: είχε δημιουργηθεί έτσι μία νέα αγορά, και μία νέα κουλτούρα, από ανθρώπους που εκτιμούσαν το παλαιό, το μοναδικό, και το ευφάνταστο.


Αυτάρκεια σε τροφή, αυτάρκεια σε ενέργεια, ικανοποιητική απασχόληση και εγγυημένο εισόδημα για τους κατοίκους, δημιουργικότητα, παράδοση, χαρούμενα παιδιά, βιοποικιλότητα, αναψυχή, νέοι άνθρωποι που μπολιάζουν την κοινωνία απέξω, υγεία, ενσωμάτωση, τέχνη, κοινωνικότητα, αναψυχή: ποιότητα ζωής! Αυτή η πόλη είναι πλέον ένας μικρός βιώσιμος παράδεισος.

Το ονειρεύτηκα.

Γένοιτο.

1 Μαρ 2019

Η πόλη και η σιωπή

Πριν 3 χρόνια φύγαμε από την Αθήνα και μετακομίσαμε στη Δράμα. Ηταν η επιθυμία μιάς ζωής να ζήσω εκτός μεγαλούπολης και κοντύτερα "στη φύση". Δεν θα μιλήσω για το πώς έγινε αυτό εφικτό, γιατί όταν τελικά έφτασε ο κόμπος στο χτένι, όλα βρέθηκαν όπως έπρεπε και στο χρόνο που έπρεπε: ακόμα και ο τόπος μετεγκατάστασης (που δεν ήταν προαποφασισμένος). Το όνειρο της μετεγκατάστασης εκτός μεγαλουπόλεως το είχα από παιδί, αλλά έγινε εντονότερο καθώς μεγάλωνα γιατί "μου έλειπε η φύση", ή, έτσι νόμιζα.

φωτογραφία από το διαδίκτυο

Στο Χαλάνδρι ζούσα σε μονοκατοικία με κήπο και πηγάδι, σε περιοχή ακόμα (!) εκτός σχεδίου πόλεως, και πήγαινα συχνότατα στον Υμηττό, Βραυρώνα, αλλά και παραέξω "στη φύση", μη έχοντας πολλές επαφές με το κέντρο της Αθήνας από το 2010 και μετά. Τώρα, 3 χρόνια μετά τη μετεγκατάσταση, ζώντας σε μία μικρή πόλη (η Δράμα έχει γύρω στους 45-48 χιλιάδες κατοίκους, ολόκληρος ο νομός έχει τον πληθυσμό του δήμου όπου ζούσα) και έχοντας κάνει αρκετά ταξίδια  Δράμα-Αθήνα-Δράμα, αντιλαμβάνομαι αλλιώς τα πράγματα. 

Η μεγαλούπολη έχει μία μόνιμη "φασαρία", ακόμα και μέσα  στην ησυχία της. Ακόμα και μέσα  στη νύχτα, ακόμα και στις πιο "ήσυχες" περιοχές της. Οι μετακινήσεις μέσα στη μεγαλούπολη, ακόμα και αν φοράς ακουστικά και αν δεν μιλάς σε κανέναν, ακόμα και αν ακούς το τριπλό κοντσέρτο του Μπετόβεν ας πούμε, έχουν έναν αδιάλλειπτο θόρυβο. Τόσο που μετά από καιρό παύεις να τον ακούς, γίνεται background noise που "φιλτράρεις"  και δεν ακούς συνειδητά. Συνειδητά - γιατί υπάρχει και το σώμα, με τη δική του ύπαρξη και "αυτιά". Ο θόρυβος είναι κι αυτός δονήσεις, όπως και η κάθε μουσική, ο κάθε ήχος, και επιδρά επάνω μας για όσο διάστημα υφίσταται. Ακόμα και οι υπόηχοι, και οι υπέρηχοι, και όλα. Αλλά το συνηθίζουμε. Παύουμε να το παρατηρούμε, γιατί δεν είναι ευχάριστο και μας αποσυντονίζει.

Στη μικρή πόλη, που πλάι της υπάρχει η άπλα του βουνού και του κάμπου, είναι αλλιώς. Ποτέ δεν είσαι μακριά από τη σιωπή. Η μικρή πόλη από μόνη της δεν παράγει πολλή φασαρία έτσι κι αλλιώς. Αλλά με πολύ μικρή επένδυση χρόνου βρίσκεσαι εκτός: στους μικρούς αγροτικούς δρόμους και στα ποταμάκια οι ήχοι είναι συγκεκριμένοι και διακριτοί: πουλιά, νερό, ο αέρας στις φυλλωσιές των δέντρων, μακρινές ομιλίες ίσως, και κάποιες ώρες ο ήχος κάποιου τρακτέρ, ή κάποιος πυροβολισμός (ναι, η εξοχή τα έχει και αυτά δυστυχώς). Ηχοι διαχειρίσιμοι, και εάν δεν είναι εποχή κυνηγιού ή μεγάλων αγροτικών εργασιών, ευχάριστοι.




Στην εξοχή οι ήχοι (εκτός των παραπάνω εξαιρέσεων) σε φέρνουν κοντύτερα στην εσωτερική σιωπή, και με αυτό τον τρόπο στην ηρεμία. Μια αλλιώτικη ηρεμία, πρωτόγνωρη πολλές φορές για τον κάτοικο της μεγαλούπολης. Χρειάζεται χρόνος για να τη νιώσεις, να καταλάβεις τι σου συμβαίνει, αλλά φαίνεται οτι ο χρόνος που χρειάζεται είναι ανάλογος του χρόνου που βρίσκεται κανείς στο περιβάλλον των τοξικών ήχων. Κάποιες φορές, επειδή η ηρεμία αυτή είναι κάτι το "άγνωστο", μας φοβίζει. Και γυρνάμε πίσω στην πόλη ανακουφισμένοι γιατί η αστική φασαρία μας είναι οικεία...

Ολα αυτά (και πολλά περισσότερα για την τοξικότητα της μεγαλούπολης) τα κατάλαβα όταν απομακρύνθηκα από αυτήν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Κάθε φορά που ξαναγυρνάω στα παλιά λημέρια, πια, το διαπιστώνω εκ νέου: ο θόρυβος με κουράζει πολύ περισσότερο από τις τεράστιες διαδρομές μέσα στην Αθήνα! Παρατηρώ τον εαυτό μου να θέλει να "κρυφτεί" μέσα σε ένα σπίτι, όπου οι θόρυβοι είναι πιο ελέγξιμοι, γιατί το "έξω" με αποσυντονίζει, και πρέπει να κάνω μεγάλη προσπάθεια να ξαναέρθω στο "κέντρο" μου, όπως λένε, να ακούσω τις ίδιες μου τις σκέψεις, να αντιληφθώ τα ίδια μου τα συναισθήματα. Πριν μετεγκατασταθώ φυσικά, ούτε που μπορούσα να φανταστώ οτι δεν ακούω τις σκέψεις μου ή δεν παρατηρώ τα συναισθήματά μου, ούτε που φανταζόμουν την αληθινή ευλογία της εξωτερικής σιωπής και των όμορφων διαχειρίσιμων ήχων.


Τελικά, τώρα που το σκέφτομαι, από όλες της ευλογίες της φύσης, αυτό που μου έλειπε περισσότερο ήταν η σιωπή.

13 Νοε 2018

Συνέδριο Οικολογίας

Το περασμένο Σαββατοκύριακο βρέθηκα στο 28ο συνέδριο του ΠανΔΟικΟ, στην Κατερίνη, με θέμα "Κλιματική Αλλαγή και Αστικό Περιβάλλον". Το συνέδριο έγινε μέσα στον παλιό Καπνικό Σταθμό, που σήμερα είναι χώρος μίας μεγάλης τοπικής συλλογικότητας (Εθελοντική Ομάδα Δράσης ν. Πιερίας "Ο Τόπος Μου"), και η τσάντα με το υλικό του συνεδρίου είχε μέσα ένα μεγάλο γυάλινο μπουκάλι νερού, δώρο της ΔΕΥΑΚ. Ολα έμοιαζαν ελπιδοφόρα.


Δεν ήμουν σίγουρη τι περίμενα: φυσικά όλοι πλέον αναγνωρίζουμε τα σημάδια ενός κλίματος που αλλάζει, όλοι γνωρίζουμε το τι είδους επίπτωση έχει η αλόγιστη ανθρώπινη δραστηριότητα στον πλανήτη μας. Aρκετοί από μας όχι μόνο γνωρίζουν αλλά και εργάζονται για την αποκατασταση και αναγέννηση των φυσικων πόρων. Από το 1971 η περμακουλτούρα έχει γεννήσει (και αναγεννήσει) αρκετά διεθνή κινήματα: το κίνημα της αγρο-οικολογίας (agroecology), το κίνημα της αναγεννητικής γεωργίας (regenerative agriculture), το κίνημα του οικο-κοινοτισμού (ecovillages), το κίνημα της μετάβασης (transition towns), το κίνημα των σπόρων, το κίνημα της αποανάπτυξης (degrowth) και άλλα, που πλέον έχουν μπει στα διεθνή πανεπιστήμια, στον ΟΗΕ, και στην καθημερινή γλώσσα και πρακτική εκαντοντάδων χιλιάδων ανθρώπων στον πλανήτη μας. Τον κώδωνα του κινδύνου για τα φυτοφάρμακα τον είχε ήδη κρούσει ο Ρούντολφ Στάινερ το 1924, και έτσι γεννήθηκε η βιοδυναμική γεωργία. Για την κλιματική αλλαγή (όπως ορίζεται σήμερα από το IPPC) είχε μιλήσει από το 1970 ο Μπιλ Μόλλισον, εμπνευστής και ιδρυτής της περμακουλτούρας. Το 2006, ο Ρομπ Χοπκινς, ένας δάσκαλος περμακουλτούρας ξεκίνησε το κίνημα της μετάβασης μέσα στην πόλη του το Τότνες, και έκτοτε υπάρχουν μερικές χιλιάδες τέτοια εγχειρήματα ανά τον κόσμο. Ενα και στην Ελλάδα! 
Στην Αθήνα, αλλά και σε άλλες πόλεις, έγιναν αστικοί αγροι και λαχανόκηποι, ταρατσόκηποι, εγχειρήματα οικοχωριών, εγχειρήματα φυσικής δόμησης, εγχειρήματα βιώσιμης/εναλλακτικής ενέργειας, εγχειρήματα αυτάρκειας και αυτοδιαχείρισης της καθημερινής ζωής, και φυσικά ο θεσμός των Οικογιορτών (καθιερωμένος πανελλαδικά εδώ και πάνω από 25 χρόνια). 


Αυτά λοιπόν είχα στο νου μου όταν πήγαινα στο συνέδριο του Παν.Δ.Οικ.Ο. Δεν θα μπορούσα λοιπόν ποτέ να φανταστώ ότι κανείς από τους εισηγητές και τους συνέδρους (με τους οποίους συνομίλησα) είτε δεν είχε ακούσει ποτέ τον όρο περμακουλτούρα είτε δεν γνώριζε το περιεχόμενό του, παρά τις τόσο συχνές αναφορές στην αειφορία, στο resilience (που μεταφραζόταν ως ανθεκτικότητα, προσαρμοστικότητα, και ανάκαμψη ανάλογα τον ομιλητή), στην κυκλική οικονομία, κτλ.

Την πρώτη μέρα του συνεδρίου, οι ομιλίες ήταν σχετικές με το ίδιο το φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής, τις επιπτώσεις της στην οικονομία και στη ζωή των ανθρώπων (φυσικές καταστροφές κτλ), και στους μπλέ κάδους της ανακύκλωσης. Η εισήγηση για τους μπλέ κάδους και την εταιρεία ανακύκλωσης ήταν πραγματικά διαφωτιστική σχετικά με το τι συμβαίνει αφότου πετάξουμε τα απορρίμματα στον κάδο (διαχωρίζονται και ταξιδεύουν στην Κίνα!). Υπήρξαν και 2 ομιλίες σχετικά με την εκπαίδευση των παιδιών, που εστίαζαν στην ανακύκλωση (την μεγάλη και νόστιμη καραμέλα της επίσημης οικολογίας) και την εκπαίδευση στην "αειφορία" (άλλη μία νόστιμη και μοδάτη καραμέλα, που όσο την ακούω τόσο πείθομαι οτι οι άνθρωποι που τη χρησιμοποιούν δεν καταλαβαίνουν τι σημαίνει). Μάθαμε πως η εκπαίδευση στην «αειφορία» έρχεται να αντικαταστήσει την περιβαλλοντική εκπαίδευση (συνεπώς να ‘πετάξει στα σκουπίδια’ όλη την πείρα και την τεχνογνωσία που έχουν αποκτήσει οι εκπαιδευτικοί των ΚΠΕ στη δωδεκάχρονη πορεία τους).


Εάν η πρώτη μέρα του συνεδρίου έθετε το πρόβλημα, η δεύτερη μέρα ήταν αφιερωμένη στις λύσεις. Υπήρχαν ομιλίες ειδικών σχετικά με την εξοικονόμηση πόρων και ενέργειας, την κυκλική οικονομία, τα "έξυπνα κτίρια" και τις "ανθεκτικές πόλεις", την συμπερίληψη των αστικών πάρκων στους δασικούς χάρτες, τους Ευρωπαϊκούς στόχους βιώσιμης ανάπτυξης, και σχετικά με το πώς οι νόμοι του ανθρώπου έρχονται σε σύγκρουση με τους νόμους της φύσης. Υπήρξε επίσης και η παρουσίαση καλών οικολογικών πρακτικών μέσα στην πόλη της Κατερίνης, από τον ίδιο τον νύν δήμαρχο της πόλης. Σε μία ωραία εκτός προγράμματος στιγμή, δόθηκε βήμα σε έναν καθηγητή δασολογίας να καταγγείλει την καταστροφή του δάσους των Πιερίων Ορέων με τις ανεμογεννήτριες. Επρόκειτο για τον εισηγητή με το μεγαλύτερο πάθος και πίστη στα λεγόμενά του!



Όλα σωστά κι ωραία, θα πει κανείς. Ναι, αλλά. Αλλά!
Ηταν όλα τόσο γενικά και γενικόλογα, ήταν όλα τόσο ‘γνωστά’. Στατιστικά, διαπιστώσεις, καταγγελίες, ευχολόγια, στόχοι, πρόστιμα, τρόποι σκέψεις που έχουν από καιρό ξεπεραστεί από τα κινήματα που προανέφερα.
Πόση σημασία έχει ότι «η Ελλάδα θα φάει πρόστιμα» όταν ο μέσος έλληνας πολίτης δεν αντιλαμβάνεται ότι ο τρόπος της ζωής του (που εκφράζεται μέσα από τον αλόγιστο καταναλωτισμό και την «ευκολία» του πετρελαίου και του πλαστικού, π.χ.) δεν είναι βιώσιμος μακροπρόθεσμα; Ότι αρρωσταίνει βαριά και ανεπαίσθητα αναπνέοντας αιωρούμενα σωματίδια και τρώγοντας δηλητηριασμένες τροφές (έστω σε «όμορφες συσκευασίες»);
Πόση σημασία έχει «σε ποια θέση βρίσκεται η χώρα μας» στον Ευρωπαϊκό κατάλογο για την ανακύκλωση όταν ο μέσος έλληνας πολίτης δεν έχει επίγνωση της σπατάλης των πόρων που αντιπροσωπεύουν τα καθημερινά του απορρίμματα; Το πρόστιμο ή η ντροπή θα φέρουν άραγε την πολυπόθητη επίγνωση; (Τα νέα συστήματα ψυχολογίας και διαχείρισης ομάδων λένε πως ούτε η τιμωρία ούτε η ντροπή φέρνουν ουσιαστικά μακροπρόθεσμα αποτελέσματα, αντιθέτως υποσκάπτουν κατά τέτοιο τρόπο την ψυχολογία μας που αναχαιτίζουν και την ικανότητα γνώσης.)
Πόσο «βιώσιμη και αειφορική» είναι η ανακύκλωση στους μπλε κάδους όταν τα υλικά που συλλέγονται στέλνονται στην Κίνα για αξιοποίηση; (σπαταλάται τόση ενέργεια, τόσο πετρέλαιο, που κάνει το όλο εγχείρημα ασύμφορο – για τη Γη, πάντα, γιατί οι τσέπες επωφελούνται θαυμάσια). Για καλή μας τύχη, η αγορά της Κίνας κλείνει οσονούπω, και δεν θα δέχεται υλικά από την Ευρώπη, οπότε θα βρεθούμε ενώπιος ενωπίω με την καταναλωτική μας συνείδηση.

Είναι άγνοια ή εθελοτυφλότητα που μας κάνει να εμμένουμε στο καπιταλιστικό μοντέλο που θέλει τον πλανήτη και όλα τα όντα του ως πόρους για εκμετάλλευση; Ακόμα και το μοντέλο της «κυκλικής οικονομίας» που περιγράφηκε από τους εισηγητές, περιγράφηκε με όρους καπιταλισμού, και πόρρω απέχει από τη νοοτροπία που θέλει να εμπνεύσει το κίνημα της μετάβασης (την ηθική οικονομία, ή οικονομία του δώρου, ή οικονομία κλειστού κυκλώματος – τη «δίκαιη κατανομή» που θέτει η περμακουλτούρα ως μία από τις τρείς αρχές δεοντολογίας της).

Περιγράφηκαν επίσης οι συλλογικές «προσπάθειες» που έκαναν οι κυβερνήσεις να αντιμετωπίσουν, ή να διαχειριστούν, τις περιβαλλοντικές κρίσεις, με τις διάφορες συμφωνίες: του Κυότο, του Παρισιού, κτλ. και τις διάφορες διεθνείς επιτροπές και οργανισμούς (IPPC, UNEP, κτλ). Εάν όλα αυτά είχαν κάποια αποτελεσματικότητα, σίγουρα τόσα χρόνια θα την είχαμε δει: θα είχε ολόκληρος ο πλανήτης καθαρό πόσιμο νερό, τα δάση θα αυξάνονταν, η τροφή θα ήταν καθαρή, φθηνή και προσβάσιμη σε όλους, δεν θα χρειάζονταν πλέον τα ορυκτά καύσιμα, οι πόλεις θα ήταν ανθρώπινες, κτλ. Αν. Λίγο-πολύ όμως αυτά τα ξέρουμε, ειδικά οι ενασχολούμενοι/ες με την Οικολογία. Οι καιροί της άγνοιας έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί, ευτυχώς. Και χρειαζόμαστε επειγόντως φαντασία!

Ακούστηκε επίσης στο συνέδριο το πρόβλημα του υπερπληθυσμού, ως παράγοντα κλιματικής αλλαγής (και έτσι θαυμάσια νομιμοποιούμε τις επιδημίες, τους πολέμους, κτλ για να ζήσουμε εμείς - οι προνομιούχοι - καλύτερες μέρες). Μόνο στο τέλος του συνεδρίου (λίγα λεπτά πριν κλείσει τις εργασίες του) ακούστηκε ως σχόλιο το προφανές, ότι το ζήτημα δεν είναι ο υπερπληθυσμός αλλά η ανισοκατανομή των πόρων και της κατανάλωσης!

Οι μύθοι (οι ιστορίες) πάνω στους οποίουςβασίζεται ένας πολιτισμός διαμορφώνουν τις αξίες του, και τη στάση του απέναντι στη ζωή. Ως ανθρωπότητα έχουμε κάνει μεγάλα βήματα συνειδητότητας από το «πόλεμος πάντων πατήρ». Σήμερα προχωρούμε προς τη συνειδητοποίηση ότι τα πάντα είναι σχέση, τα πάντα είναι αλληλοσυνδεόμενα και αλληλοεξαρτώμενα – ο σημερινός Ηράκλειτος θα έλεγε «σχέση μήτηρ πάντων», γιατί σήμερα είμαστε σε θέση να το αντιληφθούμε αυτό. Αλλά οι αφηγήσεις μας δεν έχουν αλλάξει αντίστοιχα. Χρειαζόμαστε νέους «μύθους» (με την έννοια των αφηγήσεων, των ιστοριών που διέπουν έναν πολιτισμό, όχι με την έννοια του ψέματος), νέα μοντέλα σκέψης, και χρειαζόμαστε να βρούμε, να επαναπροσδιορίσουμε εκ νέου τη θέση και το ρόλο μας επάνω στον πλανήτη. Και όλα θα βρούν τη θέση τους μετά: και η αειφορία, και η βιωσιμότητα, και η ανακύκλωση, και η κυκλική οικονομία, και η διαχείριση των αποβλήτων, και τα έξυπνα κτίρια και οι βιοκλιματικές πόλεις και η εκπαίδευση των παιδιών (κυρίως η εκπαίδευση των παιδιών!). Οι σύγχρονοι φιλόσοφοι έχουν θέσει ήδη τα θέματα αυτά σε ανοιχτούς διαλόγους, και είχα την προσδοκία πως το συνέδριο θα είχε μια τέτοια, πιο βαθειά προσέγγιση και κατεύθυνση.



Πέραν της άγνοιας της περμακουλτούρας, αυτό που με σόκαρε και με απογοήτευσε κυρίως, ήταν η απουσία γυναικείου λόγου. Στους 16 ομιλητές υπήρχε μία μοναδική γυναίκα (η εκπρόσωπος της Τράπεζας της Ελλάδας). Πλέον της ομιλήτριας, και μίας εκπροσώπου του πανδοικο (της οποίας το όνομα δεν ακούστηκε δυνατά, δημόσια, ούτε ήταν κάπου γραμμένο στο πρόγραμμα), μόνο μία ακόμα γυναίκα πήρε το λόγο – την ώρα των ερωτήσεων. Ειρήσθω εν παρόδω, η πρότασή της δεν (εις)ακούστηκε. Ένα από τα αφανή αλλά αναπόφευκτα συμπεράσματα του συνεδρίου, λοιπόν, είναι ότι η οικολογία είναι αντρική υπόθεση. Σε μια εποχή που η ΒαντάναΣίβα και τόσοι άλλοι μιλούν για το πώς η θηλυκή ενέργεια είναι το μόνο που θα μπορέσει να περισώσει τη ζωή επάνω στον πλανήτη μας (σπόρους, βιοποικιλότητα, υγεία, ειρήνη, πολιτισμό), σε μια εποχή που οι περισσότερες ζωντανές περιβαλλοντικές οργανώσεις γυναικοκρατούνται, ο γυναικείος λόγος απουσίαζε από συνέδριο οικολογίας!

Μ' αυτά και μ' αυτά, έφυγα από το συνέδριο με μια βαθειά απογοήτευση. Δεν ξέρω πού θα πάει η Οικολογία στην Ελλάδα, από δω και στο εξής. Εάν δεν ερωτευτούμε τη Γη, αν δεν αγαπήσουμε και δεν φροντίσουμε το σπίτι μας, ότι και να πούμε ότι και να κάνουμε θα είναι καταγγελίες και ευχολόγια. Το κλίμα γύρω μας αλλάζει, σε πολλά επίπεδα - εμείς;

Αντί βιβλιογραφίας, το κείμενο αυτό έχει άφθονα λινκ που οδηγούν σε άλλα σχετικά και ενδιαφέροντα κείμενα ή βίντεο που εξηγούν και πραγματεύονται περαιτέρω όρους και έννοιες (που πιθανόν να μην είναι τόσο οικείες ή γνωστές στον/ην αναγνώστη).


29 Σεπ 2018

Prencov - Σαν Παραμύθι

Οταν πρωτοκατέβηκα από το λεωφορείο μια άνοιξη σε αυτό το μικρό Σλοβάκικο χωριό είχα την αίσθηση του παραμυθιού. Απαλή πράσινη κοιλάδα, σπίτια από πέτρα με ξύλινες κεκλιμμένες στέγες, άνθη παντού, δέντρα, ποταμάκι να κυλά παράλληλα. Σκέφτηκα: είμαι μέσα στην καρδιά της Ευρώπης, βρίσκομαι εδώ που γεννήθηκαν τα παραμύθια των παιδικών μου χρόνων.



Η αφορμή της πρώτης επίσκεψης ήταν η εκπαίδευση σε μία μέθοδο συλλογικής διαχείρισης πρότζεκτ/κοινών εγχειρημάτων που έχει το ευφάνταστο όνομα Dragon Dreaming. Αλλά αυτό αξίζει μία άλλη, δική του ανάρτηση, οπότε δεν επεκτείνομαι. Οι δράκοι, όμως, είναι συστατικό κάθε παραμυθιού που σέβεται τη φύση του! 


Μου έκανε εντύπωση η φροντίδα, όχι μόνο των ιδιωτικών κήπων των σπιτιών, αλλά και των κοινοτικών παρτεριών: εντυπωσιακά πολυετή άνθη, δέντρα με χρηστική και καλλωπιστική αξία, όλα με εδαφοκάλυψη από πριονίδι (εμφανώς προϊόν κλαδοτεμαχιστή). Σκουπίδι ούτε  για δείγμα πουθενά. Και παντού σημασία στη λεπτομέρεια.



Περπατώντας τις επόμενες μέρες, χαζεύοντας τα άνθη των κήπων (και προσπαθώντας να θυμηθώ τις λατινικές τους ονομασίες, αγαπημένο σπορ τα τελευταία χρόνια), παρατήρησα έξω από κάθε σπίτι κάτι μεγάλα πράσινα κυκλικά καπάκια που έλεγαν "ecowater - water over gold". Ρωτώντας τον οικοδεσπότη μας, έμαθα τα εξής: Οταν διαχωρίστηκε η Σλοβακία από την Τσεχία στη δεκαετία του 1990, οι πολυεθνικές έσπευσαν σαν τους γύπες και τα κοράκια να αγοράσουν τους φυσικούς πόρους των δύο χωρών. Δεν ξέρω τι έγινε στην Τσεχία, αλλά στη Σλοβακία δόθηκαν πολύ "καλές" προσφορές για το νερό από την Βεόλια και τη Νεστλέ. Οταν οι πολίτες πήραν χαμπάρι τι πήγε να γίνει αντέδρασαν, και η κυβέρνηση υπαναχώρησε: δεν πούλησε το νερό αυτό καθαυτό, αλλά τη διανομή του! Η χώρα έχει το μεγαλύτερο ποσοστό εθνικών δρυμών στην Ευρώπη, οπότε έχει ζάμπλουτο υδροφόρο ορίζοντα. Αφέθηκε όμως στη διακριτική ευχέρεια των δήμων και των κοινοτήτων να πουλήσουν τη διανομή του νερού τους  στη Νεστλέ... Και το μικρό παραμυθένιο χωριό (δια στόματος του αιρετού άρχοντα) είπε "Οχι". Και κράτησε το νερό και τη διανομή του, παίρνοντας Ευρωπαϊκά κονδύλια για τη βελτίωση των σχετικών υποδομών. Ο δήμαρχος/κοινοτάρχης που είπε το "όχι" εκλεγόταν συνέχεια για όσες θητείες του επέτρεπε ο νόμος να εκλέγεται.






Και σήμερα; ρώτησα. Εδώ και μερικά χρόνια οι Πρεντσιώτες  εκλέγουν γυναίκα δήμαρχο, και σήμερα ολόκληρο το δημοτικό συμβούλιο απαρτίζεται από γυναίκες. Πώς έτσι; ξαναρώτησα. "Οι άντρες μεγαλώνουν το σπίτι τους, ενώ οι γυναίκες φροντίζουν την κοινότητα" ήταν η απάντηση. Η σημερινή δήμαρχος είναι πολύ καλή στο να ζητά και να λαμβάνει Ευρωπαϊκά χρήματα για τις υποδομές του χωριού. Και είναι να το θαυμάζεις! Πέραν της φροντίδας των κοινοτικών παρτεριών που με εντυπωσίασε αρχικά, στο χωριό κατασκευάστηκε:
  •  πλήρως εξοπλισμένος κοινοτικός ξενώνας (50 κλινών), ο οποίος φιλοξενεί τους δημοτικούς υπαλλήλους που δεν είναι ντόπιοι (και τους συμμετέχοντες σε σεμινάρια στο χωριό ή τους όποιους προσκεκλημένους της κοινότητας), 
  • κοινοτικό κέντρο που περιλαμβάνει  βιβλιοθήκη, δημόσια πλυντήρια, αίθουσες πολλαπλών χρήσεων (εκεί γίνονται οι γάμοι και όλες οι τελετές της κοινότητας, εκεί και τα θεατρικά των παιδιών του σχολείου), μπαρ/καφετέρια, και ανοιχτό χώρο για γιορτές
  • σχολείο (και νηπιαγωγείο) με οικολογικές προδιαγραφές: φωτοβολταϊκά, κομπόστ, λιμνούλα, συστήματα συλλογής νερού, χώρο αποθήκευσης για το πριονίδι από τον κλαδοτεμαχιστή, "ξενοδοχείο εντόμων", παρτέρια περμακουλτούρας, χώρος για εξωτερική εστία/φωτιά με γύρω παγκάκια, σπιτάκια πουλιών, και φυσικά πλήρως εξοπλισμένη κουζίνα για τα γεύματα των παιδιών
  • διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου με ξύλινες κατασκευές, πλακόστρωτα μονοπάτια για να αποφεύγει ο πεζός και ο ποδηλάτης τον δημόσιο αυτοκινητόδρομο, και ένα μίνι τοπικό μουσείο για τον ιερέα (Αντρέι Κμετ) που κατέγραψε όλη την ενδημική χλωρίδα και ανακάλυψε τους προϊστορικούς οικισμούς της περιοχής.

Μέχρι περίπου τον πόλεμο στο χωριό υπήρχαν και λειτουργούσαν όλα τα επαγγέλματα. Υπήρχαν μύλοι, και άφθονος λευκός πηλός που εξήγετο και στις γύρω πόλεις (έφτιαχναν μάλιστα απ' αυτόν πίπες οι οποίες ήταν περιζήτητες στην περίοδο της Αυστρο-Ουγγαρίας). Ο τελευταίος σιδηρουργός έφυγε το 1947, και άφησε το εργαστήρι του να ρημάξει. Πριν κάποια χρόνια το αγόρασε ένας γιατρός από την πρωτεύουσα, και έφτιαξε ένα μίνι μουσείο με τα εργαλεία που βρήκε (και απέκτησε ένα νέο χόμπυ επίσης, δουλεύοντάς τα!)



Περπατώντας στο δρόμο, ξαφνικά άκουσα μία μουσική. Απαλή, σαν κλασική, αλλά όχι κάτι αναγνωρίσιμο. Δεν ερχόταν από σπίτι, ούτε από αυτοκίνητο, και αναρωτήθηκα εάν είχα κάποιου τύπου παραίσθηση (ήταν ευχάριστη μουσική, κι ήταν απομεσήμερο, ερημιά παντού!). Ευτυχώς την άκουσε και η συνοδοιπόρος μου, οπότε ησύχασα. Μερικά βήματα παρακάτω είδαμε πολύ ψηλά στις κολώνες του ηλεκτρικού, μεγάφωνα. Ρωτήσαμε, και μας είπαν οτι τα μεγάφωνα είναι για δημόσιες ενημερώσεις τύπου εάν γίνει κάποια διακοπή ηλεκτρικού ή νερού, για κάποια δημόσια γιορτή ή  γεγονός, για την ύπαρξη κάποιου έκτακτου παζαριού (βρεθήκαμε σε ένα τέτοιο, μέσα στο κοινοτικό κέντρο), για την ανακοίνωση γάμων, και για την αναγγελία θανάτων. Προφανώς η μουσική που ακούσαμε ανήγγειλε τον θάνατο κάποιου, γιατί ήταν "λυπητερή". Ο ντόπιος που μας ενημέρωσε σχολίασε οτι είναι κρίμα που αναγγέλονται/"εορτάζονται" μόνο οι γάμοι και οι θάνατοι, και δεν αναγγέλονται/"εορτάζονται" οι γεννήσεις!



Το άλλο που με εντυπωσίασε στο χωριό ήταν οι διακοσμήσεις στις προσόψεις της στέγης των σπιτιών. Τα παλιά χρόνια, που οι κάτοικοι ήταν χωρισμένοι σε καθολικούς και προτεστάντες, η διακόσμηση ήταν ενδεικτική του δόγματος (ένας σταυρός για τους καθολικούς, ένα δισκοπότηρο για τους προτεστάντες). Υπάρχουν όμως και σπίτια με αλλιώτικες διακοσμήσεις. Οι ντόπιοι λένε οτι αυτές υποδηλώνουν μια ακόμη παλαιότερη θρησκεία, αυτή που πίστευε στο δέντρο της ζωής.  Κάποτε συνυπάρχουν και τα δυό. Δυστυχώς πολλά από τα παλιά σπίτια πέφτουν πια...






Τι λείπει, άραγε από το χωριό αυτό; Οι άνθρωποι, κυρίως οι νέοι. Το σχολείο (δημοτικό & γυμνάσιο) με υποδομές για 80-100 άτομα, έχει μόνο 16 παιδιά. Το χωριό αριθμεί 600 κατοίκους, οι περισσότεροι εκ τω οποίων είναι συνταξιούχοι, ή εργάζονται εκτός κοινότητας στις γειτονικές πόλεις. Υπάρχουν επίσης και αρκετά εξοχικά σπίτια, ανθρώπων που ζουν στις μεγαλουπόλεις. Και φυσικά, όντας χωριό της κεντρικής Ευρώπης, δεν υπάρχει "κουλτούρα δρόμου" - οι άνθρωποι είναι μέσα, στα σπίτια τους, δεν κυκλοφορούν. Μέ εξαίρεση το πολύ πρωινό λεωφορείο (που μετέφερε κόσμο στη γειτονική πόλη, για δουλειά και σχολείο), μέσα σε μία εβδομάδα μέτρησα 17 άτομα να περπατούν στο δρόμο σε διάφορες ώρες (κυρίως γιαγιάδες που πήγαιναν για ψώνια, και νεαρούς ενήλικες που πήγαιναν στην παμπ).



Το Prencov (Πρέντσοφ) θα ήταν ένα "ψόφιο χωριό" χωρίς το Artkruh. Πρόκειται για το "όνειρο του Μάρτιν", ενός ανθρώπου που ήθελε να δημιουργήσει μία οικοκοινότητα και συγχρόνως ένα κέντρο αναβίωσης της παράδοσης του τόπου του. Για καλή του τύχη αλλά και μετά από πολλή δουλειά, βρέθηκαν οι άνθρωποι να πλαισιώσουν αυτό το όνειρο, και σήμερα είναι μία ζωντανή πραγματικότητα. Απασχολεί δύο ή τρείς εργαζομένους και τέσσερεις μαθητευόμενους (διεθνείς) εθελοντές, οι οποίοι φροντίζουν την ένταξη και τη διαχείριση Ευρωπαϊκών προγραμμάτων για νέους, τον κήπο, και τον χώρο γενικότερα. Χάρη στην μικρή αυτή οικοκοινότητα-οργανισμό, το χωριό ζωντανεύει, καθώς 2-3 φορές το χρόνο φιλοξενεί εκπαιδεύσεις και προγράμματα για την Τέχνη, την κοινοτική ζωή, και την περμακουλτούρα. Οι εθελοντές του, δε, σπανιότατα θέλουν να φύγουν...







13 Νοε 2016

Ταξίδι στη Ρουμανία

Ξεκινήσαμε μεσάνυχτα από τη Θεσσαλονίκη, δυό οχήματα, μέσα από τις νυχτερινές ομίχλες της Βουλγαρίας (ιδέα δεν είχαμε για τους κινδύνους που ελλόχευαν και μας προσπέρασαν). Το πρωί διασχίσαμε τον Δούναβη, και μπήκαμε στη Ρουμανία. Στόχος μας η Κλούζ-Νάποκα, δεύτερη σε μέγεθος πόλη της χώρας μετά το Βουκουρέστι, και το Πανευρωπαϊκό Συνέδριο Νυελένι...


Μικρά χωριά, φροντισμένα σπιτάκια με ξύλινους φράχτες και διακοσμητικά τελειώματα στα πορτοπαράθυρα, μπουγάδες, κρεμασμένες πιπεριές, ξύλινα κάρα με άλογα, φύλλα που έπεφταν κίτρινα, λαχανικά που πωλούνταν στους διερχόμενους:  πιπεριές, καρπούζια, κολοκύθες, κουνουπίδια, λάχανα χωρίς τελειωμό. Αγροτική αφθονία.



Φυσιογνωμίες ξερακιανές, με σκούφους και παντελόνια του χωραφιού, τσεμπέρια, που κάθονταν πλάι στα κάρα ή σε πεζούλες, έτσι, μόνοι ή μαζί, χαζεύοντας τα αυτοκίνητα που περνούσαν ή το χώμα. Στα χωράφια με τα άλογα και τα κάρα στοίβαζαν θημωνιές ή - τι άλλο; - λάχανα. Το αυτοκίνητο περνούσε με ταχύτητες απαγορευτικές για το φακό, μα οι εικόνες που μένουν μέσα μας είναι ακόμα πιο ζωντανές γιατί μπλέκονται με τα συναισθήματα που γέννησαν.




Η Ρουμανία ζει στην ύπαιθρό της: έχει το ήμισυ όλου του αγροτικού πληθυσμού της Ευρώπης, ποσοστό που σιγά-σιγά χάνεται, καθώς οι μικροί αγρότες δεν μπορούν πλέον να αυτοσυντηρηθούν όντας έξω από τις προδιαγραφές των επιδοτήσεων της ΕΕ (οι οποίες ευνοούν και συντηρούν τις μεγάλες αγροβιομηχανικές μονάδες). Μαζί με την την αξιοπρέπεια και την ανεξαρτησία τους χάνεται και η γνώση αιώνων. Αυτό ήταν και το μεγάλο θέμα του συνεδρίου!


Και το ταξίδι συνεχίζεται. Τα χωριά διαδέχονται κάμποι, εκτάσεις τεράστιες, οριοθετημένες με ταμπελάκια της πολυεθνικής εταιρείας που παρέχει σπόρους λιπάσματα και ζιζανιοκτόνα (με το αζημίωτο φυσικά). Οι ταμπελίτσες είχαν το σχήμα του "stop".


Πορεία πλάι στο ποτάμι, με φως να πέφτει, και οι κουβέντες στο αυτοκίνητο χτίζουν την οικειότητα του συνοδοιπόρου. Είμαστε κουρασμένοι, θέλουμε να φτάσουμε στον προορισμό μας, αλλά η θέα μας γεμίζει δέος, και παίρνουμε δύναμη από την ομορφιά.


Μας περιμένει το συνέδριο και η πόλη. Η Κλουζ μας υποδέχεται νύχτα, μετά από 21 ώρες στο δρόμο. Μια πόλη αξιοπρεπούς μεγέθους, στην καρδιά της Τρανσυλβανίας, με κτίρια από ολόκληρο το φάσμα της ιστορίας της, και φοιτητόκοσμο. Πολύ φοιτητόκοσμο (περίπου το ένα τρίτο των κατοίκων, όπως μάθαμε!). Πέρσι, μάλιστα, ήταν Ευρωπαϊκή Πόλη Νεότητας. 


Η πρώτη ηλιόλουστη μέρα ήταν και η μοναδική ημέρα που βρέθηκε ο χρόνος να απομακρυνθούμε λιγάκι από τον πολυπληθή συνεδριακό χώρο. Ποιός τη χάρη μας! Πρώτη εξόρμηση, ο Βοτανικός Κήπος, με φθινοπωρινή ενδυμασία.



Καφεδάκι στο "Νούμερο 8, Coffee & Social Affairs". Bρίσκουμε τους φίλους μας, ανάμεσά τους και ένας ντόπιος - συζητάμε, μαθαίνουμε, κάνουμε το πλάνο της ημέρας με ένα τσάι.



Παντού σχολεία και σχολές πανεπιστημιακές. Το γεγονός οτι η Ρουμάνικη είναι λατινογενής γλώσσα μας την κάνει πιο οικεία, και εύκολα μαντεύουμε το νόημα των πινακίδων. 


Το μάτι του ξένου διερευνά, δεν θεωρεί τίποτα δεδομένο. Για τον ξένο όλα είναι καινούργια και θαυμαστά, και τα νοήματα συναρμολογούνται σιγά-σιγά, σαν παζλ. Τα οικεία τα συνηθίζουμε και εύκολα τα προσπερνάμε αστόχαστα, αλλά τα καινούργια γίνονται εναύσματα συλλογισμών (ένα παράδειγμα: τα γραφεία τελετών, που ήταν πάντα χαρούμενα στολισμένα με λουλούδια και ονόματα τύπου "αιωνιότητα", "ανάπαυση", "για πάντα", κτλ).



Μέσα στην ιστορία της πόλης εμπλέκεται και ο κομμουνισμός. Τεράστιες πολυκατοικίες, ψηλές και σχετικά ομοιόμορφες υψώνονταν σε διάφορα σημεία της πόλης - όχι τα άχαρα κουτιά του Βελιγραδίου, ούτε οι τρομακτικοί κύβοι των δικών μας εργατικών πολυκατοικιών, όμως: εδώ υπήρχαν μικρές καμπύλες, μπαλκονάκια στρογγυλά, παραθυράκια τοξωτά. Να σπάει το ίσιο το αφύσικο, να παίζει λίγο το μάτι. Ο εναλλακτικός τουριστικός οδηγός που συμβουλεύτηκα είχε και ειδικές διαδρομές για να θαυμάσει ο ανήσυχος τουρίστας τα απομεινάρια του κομμουνιστικού παραδείσου! Στο μεταξύ ο ντόπιος φίλος μας μας πήγε σ' ένα "παραδοσιακό" εστιατόριο (απομεινάρι κι αυτό από την εποχή του κομμουνισμού, στο οποίο έτρωγε η μητέρα του ως φοιτήτρια) και φάγαμε "λάχανο αλά κλουζ" (βαρύ αλλά πεντανόστιμο!) Και για γλυκό... Απ' την πλατεία πήραμε γλυκό ψωμί σε κύλινδρο (όχι, δεν είναι γύρος).


Πόλη δε γίνεται χωρίς παζάρι, χωρίς αγορά υπαίθρια, χωρίς πάγκους και παραδοσιακά προϊόντα. Εδώ υπήρχαν κεντημένα πουκάμισα, υφαντά, κοσμήματα με χάντρες, ξυλόγλυπτα κουτάλια, παιχνίδια και κουζινικά, κεραμεικά, είδη από μαλλί προβάτου. Και κρύσταλλοι: πολλοί, μεγάλοι, και πανέμορφοι, από κοντινά ορυχεία. Βόρεια πράγματα, αλλιώτικα από τα δικά μας γι αυτό τόσο γοητευτικά.





Με γοήτευσαν τα παλιά κτίρια και οι κήποι, τα πάρκα με τα πεσμένα φύλλα, οι μικρές στοές που ξεκινούσαν από τους κεντρικούς δρόμους και οδηγούσαν σε καθημερινές ατημέλητες αυλές ή μαγικά μπαράκια, οι εκκλησίες με τις τεράστιες αγιογραφίες απέξω. Και τα αγάλματα των παλιών πολέμαρχων που μου θύμισαν τον Αστερίξ!









Με γοήτευσε η χορωδία του ορθόδοξου καθεδρικού ναού που επισκεφθήκαμε την Κυριακή το πρωί - ήταν κατάμεστος από κόσμο όλων των ηλικιών που όντως συμμετείχε με ευλάβεια που την ένιωθες στον ίδιο τον αέρα τριγύρω.




Το Σαββατόβραδο τα περισσότερα μπαράκια είχανε πάρτυ χαλλοουίν. Η καρδιά της Τρανσυλβανίας πάντα χτυπούσε πιο δυνατά τα βράδια, καθώς φαίνεται! Κάτι η γιορτή, κάτι η εποχή, σε όλη την πόλη έβρισκες κολοκύθες!







Πρέπει να ομολογήσω οτι ενώ γενικά ποτέ δεν θα επέλεγα μία πόλη για να κάνω διακοπές, καθότι δεν αγαπώ τα αστικά περιβάλλοντα, στην Κλουζ θα ξαναερχόμουν πολύ ευχαρίστως για να μείνω περισσότερο. Να περπατήσω στα σοκάκια, να πιώ καφεδάκια και μπύρες σε χεβυμεταλλάδικα μπαράκια, να παζαρέψω κρυστάλλους, να δοκιμάσω τα γιγάντια κομμάτια σοκολάτας και τα άγρια μανιτάρια τουρσί, να ακούσω μία ολόκληρη λειτουργία με αυτή  την υπέροχη χορωδία, να μιλήσω με ντόπιους, να πάω στο θέατρο, να ακούσω παραδοσιακή τρανσυλβανική μουσική με αυλούς και βιολιά (εδώ η μουσική τρανς έχει άλλο νόημα!)













Γυρνώντας πίσω από κάθε ταξίδι κουβαλάω σπόρους, κρυστάλλους, σουβενίρ για τα παιδιά μου, και εικόνες. Αυτή τη φορά κουβαλάω και την επιθυμία να ξαναγυρίσω, να εξερευνήσω, να απορροφήσω λίγη ακόμα από την ζεστή φιλική ατμόσφαιρα της πόλης και της χώρας ετούτης. Στο επανειδείν.