11 Φεβ 2021

Ενα Όνειρο για τη Δράμα

 

Πάρκα με αιωνόβια πλατάνια, βελανιδιές, φλαμουριές, κουφοξυλιές, φτελιές. Ακούγονται χιλιάδες πουλιά, η άνοιξη έρχεται με ευωδιές, και το καλοκαίρι όλη η πόλη είναι μία δροσερή όαση μέσα στον ηλιοκαμμένο κάμπο. Σε κάθε γειτονιά μικρά πάρκα με ανθισμένα παρτέρια που τα φροντίζουν συνεργατικά οι γείτονες είναι ευκαιρίες για κοινωνικότητα, άσκηση, ψυχαγωγία και ευκαιρίες παιδαγωγικού παιχνιδιού για τα μικρά παιδιά. Στα πάρκα αυτά ξύλινοι καλαίσθητοι κομποστοποιητές δέχονται τα ξερά φύλλα του φθινοπώρου και τα υπολείμματα από τις κουζίνες της γειτονιάς. Όλοι πια οι γείτονες γνωρίζουν πώς γίνεται το καλό κομπόστ, όλοι το «ταϊζουν», και μια φορά το χρόνο το ανοίγουν και το μοιράζονται για τους κήπους τους και τα κοινά παρτέρια. Η ενασχόληση με τα κοινόχρηστα πάρκα γίνεται ευκαιρία για φιλική κουβέντα και άσκηση αληθινής πολιτικής: συζητήσεις και διάλογοι που οδηγούν στη λήψη αποφάσεων για το κοινό καλό. Πάνε χρόνια τώρα που οι δημότες ψηφίζουν με γνώμονα όχι τους ωραίους εμπνευσμένους λόγους και τις εντυπωσιακές φωτογραφίες των υποψηφίων, ούτε με τη λογική της ‘ανάθεσης έργου’, αλλά σύμφωνα με την ικανότητα που έχουν οι εκάστοτε υποψήφιοι για αληθινή ενσυναισθητική ακρόαση και συμπεριληπτικότητα όλων των φωνών και των αναγκών της πόλης.

Ο δήμος πήρε ευρωπαϊκή επιδότηση για ανανεώσιμη ενέργεια, και αγόρασε για όλες τις ταράτσες της πόλης φωτοβολταϊκά πάνελ και μπαταρίες. Όλα τα δημόσια κτίρια, όλα τα σχολεία, αλλά και όλα τα νοικοκυριά έχουν πλέον το δικό τους ανεξάρτητο ρεύμα, το οποίο και αυτοδιαχειρίζονται με επιτυχία. Σε όλα τα σπίτια επίσης δόθηκαν δεξαμενές νερού οι οποίες γεμίζουν από τις υδροροές με τη βροχή, και έτσι υπάρχει άφθονο ποτιστικό νερό για τους κήπους το καλοκαίρι. Κάποια σπίτια μάλιστα ζήτησαν και δεύτερη, με τη λογική να γεμίζουν το καζανάκι τους με δωρεάν νερό. Φυσικά η διαχείριση του νερού γίνεται από επιτροπή πολιτών η οποία εκλέγεται ανά δύο χρόνια από ολόκληρη την πόλη. Η επιτροπή αυτή δεν λογοδοτεί μόνο για το πόσιμο νερό, αλλά και για την κατάσταση των ρεμάτων των πηγών και των χειμάρρων που διατρέχουν την πόλη – τα οποία διατηρούνται καθαρά και οι όχθες τους έχουν διαμορφωθεί σε χώρους περιπάτων αναψυχής. Είναι χώροι που γεμίζουν από νεαρές οικογένειες που βγαίνουν για να περπατήσουν και να ακούσουν τα πάμπολλα είδη υδρόβιων πουλιών που ζουν πλέον εκεί. Τα ρέματα έχουν πλέον νερό όλο το χρόνο. Πού και πού κάποιοι ηλικιωμένοι κάθονται σε παγκάκια και ψαρεύουν με  καλάμι ή μαθαίνουν τα εγγόνια τους να ψαρεύουν με την απόχη.

Πριν κάποια χρόνια αγοράστηκαν όλα τα ετοιμόρροπα νεοκλασικά σπίτια της πόλης από το δήμο, και η μελέτη της αναστήλωσής τους δόθηκε ως πτυχιακές εργασίες σε φοιτητές των Πολυτεχνικών σχολών της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας. Δεκάδες τελειόφοιτοι πολιτικοί μηχανικοί και αρχιτέκτονες πέρασαν τον χρόνο της εκπόνησης των μελετών τους στην πόλη για να μυηθούν στην ιστορία των κτιρίων που αναστήλωναν και ανακαίνιζαν, κάποιοι και καθ’ όλη τη διάρκεια των εργασιών. Τα ανακαινισμένα νεοκλασικά μετατράπηκαν σε ξενώνες και διαμερίσματα για τους επισκέπτες της πόλης. Υπήρχε πλέον λίστα αναμονής για φιλοξενία σε αυτά, μια που η Δράμα ήταν η πρώτη πόλη που εμπνεύστηκε και εφάρμοσε κάτι τέτοιο. Πέραν της εισροής ταξιδιωτών, ερευνητών, και εξεχόντων προσωπικοτήτων στην πόλη που ήθελαν να ζήσουν μαζί την πολυτέλεια και ένα μικρό ταξίδι στο χρόνο, το εγχείρημα αυτό δημιούργησε πληθώρα θέσεων εργασίας, ανανεωμένη περηφάνια για την ιστορία της πόλης, και σημαντικά έσοδα για τον δήμο.

Με τα έσοδα αυτά ο δήμος μπόρεσε να μειώσει τα δημοτικά τέλη και να χτίσει ένα εξαιρετικό δημοτικό θέατρο, που για χρόνια ήταν πάγιο αίτημα των δημοτών. Για τη μελέτη και την κατασκευή του θεάτρου συνεργάστηκαν οι τοπικές θεατρικές ομάδες με τη σχολή Αρχιτεκτονικής του ΑΠΘ, όπως επίσης και με τους Δραμινούς αποφοίτους της τοπικής σχολής Αρχιεκτονικής Τοπίου, που γνώριζαν καλά την πόλη τους και την αισθητική της. Στο δημοτικό θέατρο στεγάζονται όλες οι θεατρικές ομάδες της Δράμας, όπως και ομάδες δραματοθεραπείας και ψυχοδράματος. Χάρη στην εξαιρετική κατασκευή του, πολλοί θίασοι των μεγάλων πόλεων το προτιμούν και χαίρονται να δίνουν παραστάσεις. Δεν περνά ούτε μία εβδομάδα μέσα στο χρόνο χωρίς κάποια μικρή ή μεγάλη θεατρική παράσταση.

Ένα μεγάλο μέρος του κέντρου της πόλης πεζοδρομήθηκε (εκτός των πολύ πρωινών και βραδινών ωρών για την τροφοδοσία των καταστημάτων). Για όσους δυσκολεύονταν στο περπάτημα υπήρχαν ποδήλατα, τρίκυκλα, και ηλεκτρικά σκούτερ με καλαθούνες για τα ψώνια, τα οποία λειτουργούσαν με κάρτα. Η κάρτα δινόταν σε όλους τους δημότες δωρεάν, και οι επισκέπτες μπορούσαν να ‘νοικιάζουν’ κάρτα με την ώρα ή τη μέρα από τα περίπτερα.

Προκειμένου να υπάρχει εργασία αλλά και περισσότερος ελεύθερος χρόνος για όλους θεσπίστηκε η τριήμερη εργασία. Κάτι που ξεκίνησε ως πειραματική συνθήκη στην πόλη της Δράμας εξελίχθηκε σε πανελλαδική πρακτική, από την οποία όλοι ωφελήθηκαν. Πατάχθηκε όχι μόνο η ανεργία και η διαρροή ανθρώπινου δυναμικού στο εξωτερικό, αλλά και η κατάθλιψη που μάστιζε για πολλά χρόνια τόσο την πόλη όσο και τη χώρα ολόκληρη.

Τα σχολεία της Δράμας απέκτησαν τους πιο χαρούμενους μαθητές. Δεν αυξήθηκαν μόνο οι εκδρομές και οι αληθινά εκπαιδευτικοί περίπατοι με ειδικούς παιδαγωγούς μέσα στο καθημερινό πρόγραμμα, αυξήθηκε και ο χρόνος που περνούσαν τα παιδιά στους αύλειους χώρους του σχολείου: δημιουργήθηκαν κήποι λαχανικών και βοτάνων, φυτώρια δέντρων, υπαίθρια γυμναστήρια, πέργολες κάτω από τις οποίες γινόταν το μάθημα και οι εργασίες των παιδιών όταν το επέτρεπε ο καιρός και το θέμα. Εγινε πράξη η συνεργατική βιωματική μάθηση, η αλληλοδιδακτική, και η διαθεματική διδασκαλία. Δημιουργήθηκαν επιτροπές μαθητών-εκπαιδευτικών για διάφορα θέματα που αφορούσαν τόσο την εκπαιδευτική διαδικασία όσο και την ίδια την σχολική κοινότητα. Τα παιδιά απέκτησαν λόγο για το πώς ήθελαν να είναι, να λειτουργεί, να διοικείται το σχολείο τους, και έτσι απέκτησαν ευθύνη: ευθύνη για τη μάθηση, το κτίριο, και ο ένας για τον άλλον. Οι ενδοσχολικές σχέσεις εξομαλύνθηκαν, ενισχύθηκε ο αμοιβαίος σεβασμός, και οι όποιες συγκρούσεις προέκυπταν λύνονταν από ομάδες ομότιμων διαμεσολαβητών, ειδικά εκπαιδευμένων στην επίλυση συγκρούσεων. Το σχολείο έγινε χώρος δημιουργίας και χαράς, και δεν ξανακούστηκε ποτέ περιστατικό βίας ή χρήσης ουσιών.


Οι Τέχνες μπήκαν στα σχολεία δυναμικά, ειδικά το θέατρο η μουσική και τα εικαστικά. Δεν ήταν λίγες οι φορές που παρέες μαθητών αποφάσιζαν να κάνουν μίνι συναυλίες στο πάρκο της γειτονιάς τους, ή να ανεβάσουν σκετσάκια, ή να κάνουν πρότζεκτ φωτογραφίας κάνοντας πορτραίτα των γειτόνων-κηπουρών ή των παππούδων τους. Θεσπίστηκε ο μήνας τοπικής  ιστορίας όπου μαθητές έπαιρναν συνεντεύξεις από τους παππούδες και τις γιαγιάδες τους, ή τους καλούσαν μέσα στην τάξη τους για να μιλήσουν για κάποιο σημαντικό γεγονός που έζησαν ή το πώς ήταν η ζωή στα νειάτα τους. Στο τέλος του χρόνου δημιουργούσαν ταινίες ή βιβλία με τις ιστορίες που μάζευαν, γνωρίζοντας ότι αυτά ουσιαστικά θα αξιοποιηθούν από τα δικά τους παιδιά και εγγόνια, και έτσι δεν θα χαθεί η συνέχεια της ιστορίας της πόλης και των χωριών της.

Το σχολείο επίσης οργάνωνε Σαββατοκύριακα ή και ολόκληρες εβδομάδες υπαίθριας διαβίωσης στα δάση και στα βουνά του νομού, με ειδικούς εκπαιδευτές, προκειμένου να γνωρίσουν και να αγαπήσουν οι μαθητές τη φύση της πατρίδας τους. Κάθε βράδυ, γύρω από τη φωτιά, γίνονταν συζητήσεις για τα όνειρα και τις κοσμοθεωρίες των παιδιών και όχι μόνο: εκεί μάθαιναν τα παιδιά και χαίρονταν οι μεγάλοι τη δύναμη της κοινότητας, του λόγου, και του αλληλοσεβασμού. Στις «εκδρομές» αυτές τα παιδιά μάθαιναν βιωματικά και συνεργατικά οικολογία, φυσική, χημεία, μετεωρολογία, μαθηματικά, αλλά και μαγειρική, λογοτεχνία, μουσική, και φιλοσοφία. Ίσως όμως το πιο σημαντικό μάθημα, όπως έλεγαν μαθητές και εκπαιδευτές, ήταν η αξία της κοινότητας, η φροντίδα του ενός για τον άλλον και ο συνταιριασμός των δεξιοτήτων του καθενός για να παραχθεί έργο και αρμονία. Εκεί γεννιόντουσαν και οι μεγάλες αγάπες.

Το Δασαρχείο ήταν η πλέον εξέχουσα υπηρεσία της Δράμας, για την οποία διαγκωνίζονταν οι καλύτεροι δασολόγοι της Ελλάδας. Η μοναδικότητα των οικοσυστημάτων της την έκανε ένα μέρος ζηλευτό για τους ερευνητές και τους λάτρεις της φύσης. Υπήρχαν ειδικοί δασολόγοι που διέμεναν εκ περιτροπής σε δασικά καταλύματα, φύλακες της χλωρίδας και της πανίδας, και πρόθυμοι ξεναγοί στους εποχιακούς επισκέπτες. Θεωρείτο μεγάλο προνόμιο να έχει υπηρετήσει κάποιος σε αυτό το πόστο, μια που η εκπαίδευση που λάμβαναν οι δασολόγοι περιλάμβανε τα παιδαγωγικά και την προφορική αφήγηση, και έτσι γίνονταν ανάρπαστοι ως εκπαιδευτικοί εάν αποφάσιζαν να αποσυρθούν από τα δάση. Η «άγρια διαβίωση» ήταν ο μεγαλύτερος πόλος έλξης για την περιοχή, και πολλές υπηρεσίες αναπτύχθηκαν γύρω από αυτό.

Τα λατομεία σταμάτησαν τις εργασίες τους με κοινή απαίτηση των πολιτών, για την προστασία του υδρολογικού κύκλου και των ευαίσθητων οικοσυστημάτων της περιοχής. Άλλοι χώροι φυτεύτηκαν με δασικά δέντρα και θάμνους, άλλοι έγιναν θεατράκια και χώροι αναψυχής, και άλλοι έγιναν γεωπάρκα (κάποια μάλιστα εντάχθηκαν στη λίστα Παγκόσμιας Φυσικής Κληρονομιάς της Ουνέσκο) δεδομένης της πλούσιας βιοποικιλότητας και των ιδιαίτερων γεωλογικών σχηματισμών τους. Λόγω της αυξημένης επισκεψιμότητας ανθρώπων από όλον τον κόσμο, που έρχονταν να θαυμάσουν, πχ, τα φυτά που επέζησαν της εποχής των παγετώνων, δημιουργήθηκαν ευκαιρίες εργασίας για οικοξεναγούς και μικρά ποιοτικά καταλύματα στα γύρω χωριά.


Στον χώρο που άλλοτε λατρεύτηκε ο Διόνυσος δημιουργήθηκαν νέοι αμπελώνες, με παλιές και νέες ποικιλίες σταφυλιών. Καθιερώθηκε η βιοδυναμική καλλιέργεια και οινοποιία προκειμένου να αναδειχθεί το terroir της περιοχής. Τα κρασιά της Δράμας σάρωναν τα διεθνή βραβεία για τη μοναδικότητά τους, και ο τόπος έγινε πόλος έλξης για οινολόγους και γευσιγνώστες από παντού. Χάρη στο ότι μία ολόκληρη περιοχή καλλιεργείτο βιοδυναμικά από όλους τους οινοπαραγωγούς, η Δράμα είχε πολλά να συνεισφέρει στη διεθνή κοινότητα και φιλοξένησε πολλά συνέδρια βιοδυναμικής γεωργίας και οινοποιίας (προνόμιο που μέχρι τότε είχε μόνο η Γαλλία και η Αμερική). Ο θεός Διόνυσος δεν έφυγε ποτέ από αυτά τα χώματα.

Δημιουργήθηκε σχολή εθνολογίας και λαογραφίας όπου ερευνώνταν και διδάσκονταν τα τοπικά έθιμα, οι χοροί, τα τραγούδια, η μουσική, η οργανοποιία, η παραδοσιακή διατροφή και οι ενδυμασίες. Για να δημιουργηθεί ο μεγάλος αυτός οργανισμός (που περιλάμβανε μουσείο, βιβλιοθήκη, ταινιοθήκη, αίθουσες μουσικής και χορού) συνεργάστηκαν όλοι οι παραδοσιακοί και χορευτικοί σύλλογοι της πόλης. Οι νέοι μυούνταν στα έθιμα των προγόνων τους, και συμμετείχαν με νέα συνειδητότητα και περηφάνια που γίνονταν κι αυτοί κρίκοι μίας αρχέγονης αλυσίδας. Οι μαθητές των σχολείων της πόλης συχνά συνεργάζονταν με αυτόν τον οργανισμό, ειδικά στον μήνα τοπικής ιστορίας.

Οι τσιγγάνοι της πόλης, ως ξεχωριστή κοινότητα, έπαψαν να είναι στο περιθώριο. Τα παιδιά πήγαιναν όλα στο σχολείο αλλά μάθαιναν και τη γλώσσα τους. Η φυσική και η ψυχική υγεία της κοινότητας ήταν ειδικό μέλημα και προτεραιότητα του δήμου, με αποτέλεσμα να αναπτυχθεί μία κουλτούρα αυτοφροντίδας και αυτοπροστασίας άγνωστη στους παλαιότερους. Ο καταυλισμός τους επανοικοδομήθηκε ως νέος οικισμός με το δικό του ιδιαίτερο χρώμα: απέκτησε κομμωτήριο, ραφείο, καφενείο, και ένα μικρό κοινοτικό κέντρο όπου οι γεροντότεροι μαζεύονταν για να διδάξουν τη γλώσσα τους στα παιδιά, να κάνουν γάμους και γλέντια. Κάθε Μάιο ολόκληρη η Δράμα ήταν καλεσμένη στον εορτασμό του Εντερλέζι. Ήταν κάτι μοναδικό σε όλη την Ελλάδα οι τσιγγάνοι να διατηρούν την ισορροπία ανάμεσα στην συντήρηση της ιδιαιτερότητας της φυλής τους και στην ενσωμάτωση σε μία ευρύτερη κοινωνία.

Η τροφή της πόλης παραγόταν πλέον εξολοκλήρου τοπικά και βιολογικά, σε μικρά αγροκτήματα και μονάδες. Ποτέ δεν έλειπαν τα εργατικά χέρια, γιατί πολλοί νέοι έχοντας αποκτήσει την κουλτούρα του σχολικού λαχανόκηπου και έχοντας αγαπήσει τη γη,  ήθελαν να δοκιμάσουν την ένταξη στην παραγωγική διαδικασία και στην μεταποίηση. Τα μεγάλα σουπερμάρκετ αντικαταστάθηκαν από μικρά συνεταιρικά καταστήματα που διαθέτουν τοπικά προϊόντα. Οι αγρότες πειραματίζονταν με νέες καλλιέργειες, νέα φυτά, νέες μορφές μεταποίησης, και η πόλη μαζί με τον νομό έχουν γίνει εν πολλοίς αυτάρκεις σε τροφή. Η ποιότητα της τροφής, ο ελεύθερος χρόνος, οι καλές κοινωνικές σχέσεις, και η εγγύηση της εργασίας  είχαν σαν αποτέλεσμα την ελαχιστοποίηση της νοσηρότητας, και το μικρό τοπικό νοσοκομείο υπερεπαρκούσε για τις μειωμένες πλέον ανάγκες νοσηλείας.

Τα σκουπίδια της πόλης διαχωρίζονταν στην πηγή τους. Τα πλαστικά πήγαιναν σε ειδικούς κάδους, τους οποίους διαχειριζόταν μία πρωτοποριακή εταιρία που έφτιαχνε δομικά υλικά από πλαστικό. Τα χαρτιά, το αλουμίνιο και το γυαλί πωλούνταν. Τα οργανικά απόβλητα, όσα δεν «τάιζαν» τους κομποστοποιητές γειτονιάς στα πάρκα, αναλαμβάνονταν από τον δήμο, ο οποίος παρασκεύαζε υψηλής ποιότητας κομπόστ το οποίο διέθετε στους αγρότες. Το όφελος ήταν τριπλό: και οικονομικό (οι αγρότες μείωναν τα έξοδα παραγωγής, ο δήμος κέρδιζε χρήματα) και υγειονομικό (δραματική μείωση του όγκου των σκουπιδιών) και οικολογικό (το έδαφος βελτιωνόταν σταθερά με την εφαρμογή του κομπόστ, έναντι της πρόσκαιρης χημικής βελτίωσης με τα λιπάσματα που χρησιμοποιούνταν τα παλαιότερα χρόνια τα οποία μακροπρόθεσμα φτώχαιναν το έδαφος). Για τα παλιά έπιπλα, τα παλιά μηχανήματα, και τα παλιά ρούχα, υπήρχαν συνεταιρισμοί που τα αναβάθμιζαν και τα μεταποιούσαν: είχε δημιουργηθεί έτσι μία νέα αγορά, και μία νέα κουλτούρα, από ανθρώπους που εκτιμούσαν το παλαιό, το μοναδικό, και το ευφάνταστο.


Αυτάρκεια σε τροφή, αυτάρκεια σε ενέργεια, ικανοποιητική απασχόληση και εγγυημένο εισόδημα για τους κατοίκους, δημιουργικότητα, παράδοση, χαρούμενα παιδιά, βιοποικιλότητα, αναψυχή, νέοι άνθρωποι που μπολιάζουν την κοινωνία απέξω, υγεία, ενσωμάτωση, τέχνη, κοινωνικότητα, αναψυχή: ποιότητα ζωής! Αυτή η πόλη είναι πλέον ένας μικρός βιώσιμος παράδεισος.

Το ονειρεύτηκα.

Γένοιτο.

21 Ιαν 2021

Ο ήλιος του δάσους


Ελένιο (Inula helenium, στα αγγλικά elecampagne).

Μέσα στο ελατοδάσος, στη σκοτεινιά των βαθειών ρεμάτων, λάμπουν μικροί ήλιοι. Και λάμπουν τόσο πολύ που είναι σαν να ρίχνουν φως παντού, γιατί είναι ακριβώς: ήλιοι. Είναι ψηλά φυτά, με μεγάλα σκούρα φύλλα, και άνθη που φτάνουν τα 10 εκατοστά σε διάμετρο. Τα λατρεύουν οι πεταλούδες! Το μήνυμά τους είναι απλό: "Είσαι ήλιος και λάμπεις, δεν χρειάζεται ούτε να το κρύβεις ούτε να το διαλαλείς".


Πολυετές φυτό, του αρέσουν τα εδάφη που είναι κρύα και υγρά (έντονο το στοιχείο της Γης), και φυτρώνει σε συστάδες στα δάση του βορρά. Ανήκει στην οικογένεια των Σύνθετων, θυμίζει μια μεγάλη μαργαρίτα δηλαδή, και μπορεί να φτάσει και τα δύο μέτρα ύψος. Στα αγγλικά το λένε και elfdock, γιατί οι θρύλοι λένε οτι όπου φύεται αφθονούν οι νεράιδες. Το όνομά του το πήρε από την Ωραία Ελένη. Υπάρχει πιθανότητα, επειδή είναι βότανο γνωστό από την αρχαιότητα, να είναι το "πάναξ χειρώνειον", το φυτό που χρησιμοποιούσε ο Χείρων (ο θεραπευτής Κένταυρος), και κατά καιρούς έχει χρησιμοποιηθεί για διάφορες παθήσεις. Είναι βότανο αποχρεμπτικό, δριμύ και σχετικά πικρό, και χρησιμοποιείται για να κινητοποιήσει τη λιμνασμένη βλέννα στους πνεύμονες, την έμμηνο ρύση, αλλά και τα υγρά της πέψης στο στομάχι. Χρησιμοποιείται η ρίζα του, την οποία συλλέγουμε το φθινόπωρο όταν το υπόλοιπο φυτό έχει ξεραθεί. 


Ως ανθοϊαμα το αναφέρει ο David Dalton στο βιβλίο του "Stars of the Meadow". Βοηθά τους ανθρώπους που νιώθουν ξεχωριστοί και ιδιαίτεροι, αλλά δεν μπορούν να διαχειριστούν την ιδιαιτερότητά τους με ισορροπημένο τρόπο, και είτε ντρέπονται τρελλά είτε κάνουν τα πάντα για να τη δείξουν, να την διατυμπανίσουν. Είναι ένα ίαμα ιδιαίτερα χρήσιμο στην εφηβεία και στην πρώτη νεότητα, που ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας, ανακαλύπτουμε τις διαφορές μας από τους γύρω μας, και είτε θέλουμε να κρυφτούμε είτε να κάνουμε τις διαφορές αυτές πιο ορατές! Επίσης χρήσιμο ίαμα σε κοινωνίες πολύ συντηρητικές, όπου δυσκολευόμαστε να είμαστε "απλά" ο εαυτός μας... Βοηθά τους ανθρώπους που νιώθουν αποξενωμένοι από την κοινωνία, και δεν βρίσκουν μία ταυτότητα που να τους βολεύει μέσω της οποίας να αλληλεπιδράσουν με το κοινωνικό σύνολο (και συχνά επικεντρώνονται στα αρνητικά χαρακτηριστικά τους, νιώθουν οτι 'κάτι δεν πάει καλά με αυτούς'). Ενισχύει την ταυτότητα δίνοντας ένα νέο επίπεδο αυτοαποδοχής και αυτοβεβαίωσης.


"Είμαι ήλιος, και δεν χρειάζεται να κρύβομαι ούτε να το βροντοφωνάζω. Είμαι αυτό που είμαι."

"Μόνη στο Δάσος"



«Συνήθως πάω μόνη μου στο δάσος, ούτε ένα φίλο

δεν παίρνω μαζί, γιατί είναι όλοι με κουβέντες και  χαμόγελα, και άρα

ακατάλληλοι.

Δεν θέλω να έχω μάρτυρες όταν μιλάω στα πουλιά

Ή αγκαλιάζω τη μαύρη γέρικη βελανιδιά. Εχω τον τρόπο μου να προσεύχομαι,

Όπως εσείς αναμφίβολα έχετε τον δικό σας.

Και άλλωστε όταν είμαι μόνη μπορώ να γίνω αόρατη. Μπορώ να κάτσω

Στην κορυφή ενός λοφίσκου ακίνητη σαν φούντα από αγριόχορτα

Και να περνούνε οι αλεπούδες πλάι μου αμέριμνες. Μπορώ να ακούσω

Τον σχεδόν ανήκουστο ήχο των ρόδων που τραγουδούν.

Αν έχεις έρθει ποτέ μαζί μου στο δάσος, θα πρέπει

Να σ’ αγαπώ πάρα πολύ.»

Mary Oliver (μτφ. Ελενα Γκώγκου)




3 Νοε 2020

Σημύδες

Δάσος στη Δράμα

 Βετούλη η κρεμοκλαδής, αλλά εμείς την ξέρουμε σημύδα, γιατί ο κορμός της είναι τόσο λευκός που ασημίζει. Ψυχρόφιλο δέντρο, βόρειο, για τους σαμάνους ιερό. Το φθινόπωρο ξεχωρίζει από το χρυσαφένιο της φύλλωμα που τρεμοπαίζει στο αεράκι. Απόκοσμη λάμψη, και μία φυσική κομψότητα. Αν την προσέξεις μία φορά ποτέ δεν την ξεχνάς, και την αναγνωρίζεις πλέον παντού. Ζει σε συστάδες, πάντα παρέα. Το δέντρο αυτό βρίσκεται στην καρδιά των μύθων και της μαγείας όλων των βόρειων περιοχών της Γης, από τη Σιβηρία, τη Βόρεια Αμερική, και τη Βόρεια Ευρώπη. Από τα νεαρά κλαδιά της φτιάχνουν σκούπες και σάρωθρα "που διώχνουν το κακό" σε οποιαδήποτε μορφή του. Επειδή είναι πρόδρομο είδος με μεγάλη βλαστικότητα, και είναι το πρώτο δέντρο που εποικίζει τη χέρσα ή καμένη γη, για τους Κέλτες συμβόλιζε την αναγέννηση και την αγνότητα. Το γιόρταζαν τη μέρα των νεκρών (στη γιορτή του Samhain, 31 Οκτωβρίου), που είναι και μέρα εξαγνισμού των ψυχών των προγόνων. Οι σκούπες των μαγισσών ήταν φτιαγμένες από ξύλο σημύδας - οι μάγισσες "πετούσαν" στους κόσμους των ψυχών και των ονείρων πίνοντας ή τρώγοντας το κόκκινο ενθεογόνο μανιτάρι (ναι, αυτό των παραμυθιών με τις λευκές βούλες!) την amanita muscaria, που είναι πολύ κοινό μέσα στα δάση αυτά.

περιοχή Νευροκοπίου Δράμας

Παραδόξως ίσως, η σημύδα συμβόλιζε και τη γονιμότητα, καθώς είναι το πρώτο δέντρο που βγάζει φύλλα την άνοιξη. Ο ευθυτενής κορμός της χρησιμοποιείται σαν μαγιόξυλο/γαϊτανάκι, και οι φωτιές του Bealtaine (κέλτικη γιορτή στον αντίποδα - 6 μήνες μετά - του Samhain) καίγανε ξύλο σημύδας και βελανιδιάς. Στη Σκωτία έφτιαχναν τις κούνιες των μωρών από ξύλο σημύδας, γιατί η λαϊκή παράδοση έλεγε οτι το ξύλο αυτό τα προστατεύει από τις απαγωγές νεογέννητων που φημολογείτο οτι έκαναν τα ξωτικά. Βέβαια, στη Σκωτία που αφθονούν τα δέντρα αυτά, έφτιαχναν σχεδόν τα πάντα από το ξύλο τους, όπως και στη Σκανδιναβία. Είναι το εθνικό δέντρο της Φινλανδίας.



Ο φλοιός της έχει παράξενες ιδιότητες: είναι αδιάβροχος (οι αυτόχθονες του Καναδά έφτιαχναν καγιάκ με αυτό) αλλά και εξαιρετικό προσάναμμα για δύσκολες φωτιές (όταν θέλεις να ανάψεις φωτιά στο ύπαιθρο και έχει υγρασία ας πούμε), είναι απαλός και ξεφλουδίζει λεπτές φλουδίτσες σαν φτερά. Είναι τόσο μονωτικός από την υγρασία, που τα κομμένα κλαδιά της, πεσμένα στο έδαφος και σάπια, διατηρούν το σχήμα τους ατόφιο - τα πιάνεις, νομίζεις πως είναι ξυλώδη, αλλά αυτά είναι μαλακά και το εσωτερικό τους έχει μεταστοιχειωθεί σε χώμα. Οταν είναι νέες είναι ολόλευκος και καθώς γερνούν αποκτά σκασίματα και ρυτίδες, όπως ακριβώς και η επιδερμίδα των ανθρώπων.

φλοιός νεκρής σημύδας στο Φρακτό

Τα άνθη της είναι κιτρινοπράσινοι ίουλοι - τα αρσενικά κρέμονται, τα θηλυκά είναι ορθά. Ανθίζει τον Απρίλιο συνήθως, ανάλογα με την περιοχή. Τα φύλλα είναι μικρά και τριγωνικά, και όταν είναι νεαρά γίνονται θεραπευτικό τσάι. Στην Ελλάδα υπάρχουν λίγες, ένα δάσος στη Δράμα, κάποιες διάσπαρτες συστάδες στα δάση της Ροδόπης, στο Βόρα, και πλάι στη Μεγάλη Πρέσπα. Το χειμώνα ξεχωρίζουν μέσα στο δάσος γιατί οι κορμοί τους φέγγουν λευκοί. Την άνοιξη πριν βγάλει φύλλα, στα δάση του μακρινού βορρά, ανοίγουν τρύπες στον κορμό της και βγάζουν τον χυμό της, που είναι τονωτικός και θεραπευτικός και ελάχιστα γλυκούτσικος - σε κάποια μέρη τον κάνουν μπύρα και σιρόπι - και μετά κλείνουν την τρύπα με κερί, για να μην μολυνθεί το δέντρο. Από τον φλοιό της φτιάχνουν και εξαιρετική κόλλα (με αυτή κολλούσαν τις αιχμές των βελών επάνω στο ξύλο οι Ινδιάνοι).

Λιβαδίτης Ξάνθης

Εγώ τις ερωτεύτηκα από την πρώτη στιγμή που τις είδα, και είναι μάλλον το αγαπημένο μου δέντρο. Τις ψάχνω στα δάση που επισκέπτομαι, και ήταν όνειρό μου να επισκεφθώ το δάσος της σημύδας στα σύνορα με τη Βουλγαρία. Το άκουγα χρόνια, αλλά άκουγα οτι ήταν απρόσιτο εξαιτίας της κακής ποιότητας των δρόμων στην περιοχή. Ο τολμών νικά, όμως, και επιτέλους πήγα.

νεαρό δέντρο στην αρχή του δάσους, Δράμα

Τελευταία μέρα του Οκτωβρίου, ημέρα των ψυχών των νεκρών, και η δεύτερη πανσέληνος του μήνα. Τα χρώματα του φθινοπώρου στη δόξα τους. Κάθε στροφή του δρόμου και ένας πίνακας ζωγραφικής, και νιώθαμε οτι περπατούσαμε σε ένα ζωντανό έργο τέχνης. Η μοναδική παραφωνία ήταν η παρουσία των κυνηγών, που είχαν βγεί παγανιά με τα τζιπ, τα σκυλιά, τα όπλα, τις στολές, τα gps και τους ασύρματους, 15 νοματέοι για να παγιδέψουν κάποιο δυστυχές αγριογούρουνο να έχουν να καυχιούνται για τη φυσιολατρεία και τον τοξικό τους ανδρισμό στα καφενεία του χειμώνα. Να ένας λόγος να νιώθεις απειλή μέσα στο δάσος: όχι από τα ζώα, που σέβονται τον άνθρωπο που τα σέβεται, αλλά από το αλαζονικό, αστόχαστο, και δολοφονικό είδος μας.

Δάσος σημύδας, Δράμα

Παρόλα αυτά, η απόλαυση της ατμόσφαιρας του δάσους ήταν μεγάλη: κάθε μέτρο που περπατούσαμε ήταν πλήρες από ανάταση. Πήγα να γράψω "μας έκοβε την ανάσα", αλλά δεν μας την έκοβε, αντίθετα εισπνέαμε βαθειά και αβίαστα: τον ελαφρώς ψυχρό, υγρό αέρα και την ομορφιά. Αντιγράφω από το ημερολόγιό μου:

"Στα δεξιά είδα ένα άνοιγμα, με κομμένους λευκούς κορμούς ανάμεσα στα χρώματα. Σταματήσαμε. Είχε βατόμουρα στην άκρη του δρόμου, μα εγώ ανέβηκα το μονοπάτι. Μπροστά μου τρείς πανύψηλες σημύδες σαν καντηλέρι, βγαίνανε από την ίδια ρίζα. Γύρω γύρω  φτέρες ψηλές και μανιτάρια. Ήταν η αρχή του δάσους, πλέον. Συνέχισα το μονοπάτι που ανηφόριζε μέχρι που έφτασα σε ένα ψηλό σημείο. Μπροστά μου ένα αληθινό δάσος με αρχέγονη μορφή, μία εικόνα που με πήρε μέσα της. Από κει το μονοπάτι κατηφόριζε, και συνέχισα. Σαν να περπατούσα στον τόπο του παραμυθιού.

Φωτογράφιζα διαρκώς, αλλά η αίσθηση δεν πιανόταν. Μόνο μία φωτογραφία κάπως αποτύπωσε την αίσθησή μου. Ο κορμός τους ήταν ασημί, και ψηλά, η κόμη τους ήταν χρυσή, ένα χλωμό χρυσαφί που φαινόταν απόκοσμο, και έκανε αντίθεση με τον καταγάλανο ουρανό του απογεύματος. Γιατί πλέον είχε πάει απόγευμα, το φως πέφτει νωρίς, τελευταία μέρα του Οκτώβρη. Έμεινα να κάνω μικρά βήματα τριγύρω νιώθοντας τα δέντρα, το πάτημα, και συγχρόνως όντας «έξω». Εκεί, εδώ, κάπου αλλιώτικα, σε έναν τόπο τέτοιο που δεν είχα ξαναπατήσει, με μία αίσθηση συντονισμού με κάτι πολύ διαφορετικό από οτιδήποτε άλλο είχα συναντήσει στη ζωή μου. Όχι πολύ «γήινο». Μία απόλυτη καλωσύνη, μία απόλυτη ηρεμία: μία καλωσύνη που δεν «χαρίζεται», χωρίς επιπολαιότητα/χαζοχαρουμενιά/επιφαναειακότητα, που περιέχει την αποστασιοποιημένη αυστηρότητα του νόμου αλλά με φροντίδα, μία αγάπη πολύ καθαρή και συγχρόνως γεμάτη μυστήριο. Η κόμη της σημύδας αφήνει το φως να περάσει, δεν έχει τίποτα από το βάρος και τη σκοτεινιά της οξιάς. Το δάσος είναι ελαφρύ και αέρινο, φωτεινό και παιχνιδιάρικο. Νεανικό, κι ας είναι τα δέντρα τόσο μεγάλα σε ηλικία. Σαν να βρίσκομαι σε μια άλλη ηλικία της γης, χιλιετίες πριν, τότε που είχε δράκους , δεινόσαυρους, και οι νεράιδες κυκλοφορούσαν στα φανερά παντού.  Είχε μια τέτοια ποιότητα η ατμόσφαιρα του δάσους με τις ψηλές φτέρες και τις πανύψηλες σημύδες. Το φως έπεφτε, αλλά το αέρινο χρυσαφί του θόλου δεν σε άφηνε να φοβηθείς.

δάσος σημύδας, Δράμα


Το φως. Το φως είναι δόνηση και πληροφορία, λένε. Αυτά τα δέντρα έχουν πιο έντονη σχέση μαζί του από ότι τα άλλα, ίσως γιατί είναι ψυχρόφιλα και βόρεια, και στο βορρά το φως πολύ λιγοστεύει το χειμώνα. Ψηλά στην κόμη τους φέγγουν χρυσά και διαχέουν φως προς τον υπόροφο – τα μεγάλα σε ηλικία, που είναι και τόσο ψηλά εδωπέρα, αφήνουν τεράστιο χώρο ενδιάμεσα, και περπατάς ανάμεσά τους και είναι λευκοί, λευκόγκριζοι κορμοί ευθυτενείς. Από κάτω φτέρες ψηλές και κράταιγοι. Σαν αντένες που φέρνουν φως από τον ουρανό και τον διαχέουν χαμηλά, είπε ο Κ. Το φως μας επιτρέπει να βλέπουμε, μας δίνει το μέσον και τη συνθήκη για να δούμε – και καθώς το γράφω αυτό συνειδητοποιώ πόσο σύνθετο και μυστήριο πράγμα είναι η όραση. Εξωτερική και εσωτερική, με τα μάτια του σώματος και με τα μάτια του νου. Τι είδους πληροφορίες μας καθιστούν ικανούς να αντιλαμβανόμαστε αυτά τα δέντρα. Με το φως τους τα μάτια μας βλέπουν περισσότερα, βλέπουν αλλιώτικα, με μία ευκρίνεια που ξαφνιάζει: βλέπουν πράγματα που δεν έβλεπαν προηγουμένως κι ας ήταν εκεί μπροστά τους, δίπλα τους, κάτω από τη μύτη τους. Το φως επίσης επιτρέπει στη ζωή να υπάρξει: εδώ ο υπόροφος είναι πλούσιος, ζουν χιλιάδες πλάσματα – όχι μόνο από κάτω αλλά και τριγύρω, και ανάμεσα. Η σημύδα είναι πρόσκοπο είδος, πρόδρομο, ανοίγει το δρόμο και προετοιμάζει το έδαφος για τα άλλα, πιο μακρόβια είδη. Εδώ ήδη είχαν εγκατασταθεί λίγες ερυθρελάτες σε σημεία. Το δάσος αυτό δεν θα παραμείνει έτσι «για πάντα», θα αλλάξει. Θα μείνουν λίγες συστάδες σημύδων, όπως στο Φρακτό ή στον Λιβαδίτη, και θα εγκατασταθούν τελικά τα έλατα. Η ελαφράδα της νιότης θα δώσει τη θέση της στη σοβαρότητα της ωριμότητας. Έτσι γίνεται και στη ζωή των ανθρώπων κανονικά. 

Ίσως γι αυτό το ίαμα της σημύδας μας λέει «δέστε με νέα μάτια, δέστε εκ νέου, δέστε την ομορφιά, νιώστε ελαφροί, νιώστε τη χαρά της εξερεύνησης και της ανακάλυψης, ξαναγίνετε για λίγο το παιδάκι που έχει περιέργεια για όλα, δώστε την ευκαιρία στον εαυτό σας να ξαναπεί ‘γιατί’». Αυτό το νέο μπορεί να είναι και παλιό, αλλά εξακολουθεί να είναι νέο κάθε φορά που το κοιτάμε. Ο δάσκαλός μου έλεγε ότι «αγάπη είναι να βλέπεις πάντοτε με νέα μάτια», και πιθανώς να εννοούσε αυτό. Με κάθε βλέμμα ανακαλύπτεις στον άλλον κάτι καινούργιο, που σε πάει μακρύτερα, βαθύτερα, που σε συνδέει με κάποιον νέο τρόπο. Και δεν κουράζεσαι, ούτε βαριέσαι.

Δάσος σημύδας, Δράμα

Η νεότητα της Γης για μας είναι αρχαιότητα, γιατί δεν ζούσαμε τότε. Τα νιάτα του πλανήτη μας φαίνονται αρχέγονα γιατί εμείς είμαστε τόσο νεαροί σε σχέση με αυτήν. Αλλά είναι νιάτα, με όλη την αναπαραγωγική ορμή και την ενέργεια που έχουν όλοι οι νέοι: το πάθος της εξερεύνησης και της ανακάλυψης, η πληθώρα των ενδιαφερόντων, η αίσθηση ότι βλέπεις πράγματα για πρώτη φορά και ενθουσιάζεσαι με αυτό. (Σκεφτόμουν ότι τα δέντρα που μου φαίνονταν τόσο αρχέγονα τριγύρω μου δεν ήταν παλιότερα από τον ίδιο τον Κ, δεν τον ξεπερνούσαν σε ηλικία και πολύ. Η βιβλιογραφία λέει ότι το δάσος αναπτύχθηκε μετά τον πόλεμο όταν έφυγαν οι κτηνοτροφικές δραστηριότητες από την περιοχή με την ερήμωση των γύρω χωριών - είμαστε πολύ λίγα χιλιόμετρα μακριά από τα σύνορα. Ετούτα τα δέντρα, λοιπόν, όλο το δάσος δηλαδή, μαζί με τα πεύκα και τις οξιές, είναι 80 ετών το πολύ). Άλλο πράγμα ο γραμμικός χρόνος του «πότε γεννήθηκα-πότε παντρεύτηκα-πότε πήρα σύνταξη» και άλλο πράγμα ο κυκλικός χρόνος των εποχών - των μοτίβων της φύσης και της ιστορίας.


δάσος σημύδας, Δράμα

...Στα αριστερά δύο σημύδες, μία ζωντανή και μία πεθαμένη. Η ζωντανή, μια χορεύτρια με χρυσή φορεσιά. Η πεθαμένη γεμάτη γκρίζες λειχήνες που την έκαναν να φαίνεται σαν λούτρινη – στο κέντρο της καρδιάς της, το χαριτωμένο μανιτάρι που τη σκότωσε (στα πιο αδύναμα δέντρα φωλιάζει ένας μύκητας που δεν θυμάμαι πώς τον λένε, που τελικά τα σκοτώνει). Δεξιά μικρότερες, και λίγο παρακάτω ένας κράταιγος γεμάτος με γλυκούς καρπούς, τον οποίο κλάδεψα λίγο αργότερα. Η θερμοκρασία έπεφτε μαζί με το φως. Στο δρόμο του γυρισμού πια ανέτειλε το φεγγάρι μέσα στο πηχτό σκοτάδι των έρημων επαρχιακών δρόμων"

δάσος σημύδας, Δράμα

27 Ιουλ 2020

Το Τσάι του Δάσους

Δεν ψήνεται σε περίτεχνες αριστοκρατικές τσαγιέρες. Πώς γίνεται να φτάσουν μέχρι εκεί, εξάλλου;


Ούτε συνοδεύεται από σάντουιτς λευκού ψωμιού με λεπτοκομμένες φέτες αγγουράκι, όπως κάποτε στην Αγγλία. Ούτε από φρεσκοψημμένα κουλουράκια βανίλιας ή κανέλας.

Αμα δε φέρεις μαζί σου φακελάκι λιπτον-τή ή σακουλάκι με μαύρα ξερά τσακισμένα φύλλα καμέλιας, πάλι αυτό δεν θα είναι το τσάι το γνωστό, που πίνουνε σε δύση και ανατολή.


Όχι, το τσάι του δάσους δεν είναι αυτό που πίνεις σπίτι, στο μπαλκονάκι ή το σαλόνι σου, παρέα με το γάτο και το βασιλικό σου. Ούτε στα τή ρουμς του λονδρέζικου ξενοδοχείου.

Το τσάι του δάσους θέλει νερό από βουνίσιο ποταμάκι, νερό που τρέχει ασταμάτητα από τότε που ξεκίνησε ο χρόνος παγωμένο καθαρό, νερό που έπεσε σαν πάχνη στα φύλλα μες στη νύχτα και ξανανέβηκε με τον πρώτο ήλιο ατμός, έγινε σύννεφο, βροχή, πέρασε μέσα από βρύα ρίζες και βράχια, ξεκουράστηκε και ξαναβγήκε ως πηγή ξανά στο φως.


Το τσάι του δάσους ψήνεται στη φωτιά. Συχνά τη νύχτα, ή το πρωί μόλις ξυπνάς και θέλεις κάτι να ζεστάνει τα μέσα σου, γιατί η υγρασία περονιάζει. Σα μαλακή φανέλα που τη φοράς κατάστηθα και ηρεμεί η ψυχή.


Ολα τα βότανα που είναι φίλοι καρδιακοί μπαίνουνε μέσα, να δώσουνε την καλωσύνη τους - το φάρμακό τους. Το φάρμακο όπως το εννοούσανε οι Ινδιάνοι, ίαμα σώματος και ψυχής. Ότι γνωρίζουμε και μας γνωρίζει μέσα στο δάσος για το καλό μας, θα μπει στο τσάι. Το βουτυρόχορτο και το τριφύλλι, οι νεαρές βελόνες της ελάτης και της πεύκης. Η αχιλλεία και το υπερικό, η μέντα και το λευκό λουλουδάτο συννεφάκι, η σπιραία. Η ρίγανη, ο ελίχρυσος, ο κίστος, το θυμάρι. Ότι βγάζει ο τόπος, ότι δίνει η γη, εκεί που είσαι. Όπου κι αν είσαι. Το δάσος θα σου δώσει ότι χρειάζεσαι.



26 Ιουν 2020

Οι Φυτοφράχτες, τα Όρια και τα Περιθώρια

Στην περμακουλτούρα λέμε "χρησιμοποίησε τις άκρες και τα όρια και αξιοποίησε τα περιθώρια" (use edges and value the marginal). Αυτό κάνει η φύση, βασικά.


Φέτος περπάτησα πολύ στους μικρούς αγροτικούς δρόμους της Δράμας, ανάμεσα σε φυσικούς φυτοφράχτες, και θαύμασα τη βιοποικιλότητά τους. Μέσα σε ακτίνα 3 χιλιομέτρων και ανάμεσα σε χωράφια μονοκαλλιεργούμενα (σιτηρά, τριφύλλι, ηλίανθοι) μέτρησα πρόχειρα πάνω από 70 φυτικά είδη που μπόρεσα να αναγνωρίσω και άλλα καμιά 30αριά που δεν γνωρίζω τις ονομασίες τους. Πολλά φαρμακευτικά, πολλά βρώσιμα και από τον άνθρωπο. Δεν ήταν λίγες οι φορές που γυρνούσα από το περπάτημα με μία χεριά καυκαλήθρες, ή ζοχούς, ή ραδίκια, και έτσι είχα τη σαλάτα της ημέρας - ή το φάρμακο (αγιόκλημα, βαλσαμόχορτο, αχιλλεία, κυνόροδα, κράταιγο, κτλ). Φέτος ένιωσα πολύ πλούσια και ευγνώμων περπατώντας αυτά τα μονοπάτια, με όλη αυτή την αφθονία γύρω μου.


Αλλά πώς προέκυψαν αυτοί οι φυτοφράχτες με την τόσο μεγάλη βιοποικιλότητα;

Οι παλαιοί άνθρωποι των πρώτων αιώνων της γεωργίας "καθάριζαν" μικρές δασικές εκτάσεις για να σπείρουν τη σοδειά τους, κάτι που θα τους επέτρεπε να μείνουν μόνιμα σε έναν τόπο αντί να περιπλανιούνται ως τροφοσυλλέκτες και κυνηγοί. Κάπως έτσι δημιουργήθηκαν τα χωράφια. Ανάμεσά τους χωρίζονταν με λωρίδες δάσους, που χρησίμευαν για ξυλεία, φάρμακα, και άγρια τροφή για τα οικόσιτα ζώα. Αυτά σήμερα τα λέμε φυτοφράχτες (hedgerows στα αγγλικά). Στην Αγγλία προστατεύονται με νόμους και διατάγματα, γιατί θεωρούνται πολύτιμοι αφενός για το οικοσύστημα αφετέρου ως μνημείο πολιτισμού. Σε εποχές που δεν υπήρχαν συρμάτινες περιφράξεις, οι άνθρωποι όριζαν τις ιδιοκτησίες τους με φυσικούς φράχτες - ξερολιθιές, όπου υπήρχε η δυνατότητα του υλικού, ή αγκαθωτά φυτά. 


Τα αγκάθια προστατεύουν. Προστατεύουν τα φυτά από το μασούλισμα των ζώων, προστατεύουν τα χωράφια από τα μεγάλα ζώα και τους ανθρώπους (μια σειρά από τσαπουρνιές, βάτα, αγριοτριανταφυλλιές και κράταιγο είναι πραγματικά αδιαπέραστη!), και οι καρποί τους προστατεύουν την υγεία μας από ιούς και βακτήρια ενισχύοντας την άμυνα του οργανισμού μας. Αν βάλουμε στο παιχνίδι και τα παλιούρια με τα πουρνάρια, τότε έχουμε τον απόλυτο φράχτη, που μόνο μπουλντόζα ή βαριά χημεία μπορεί να χαλάσει. Ακόμα και η φωτιά τα βρίσκει δύσκολα με τα πουρνάρια!


Τα αγκαθωτά φυτά βρίσκονται σε ένα ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας "διαδοχής", η οποία περιγράφει τα στάδια που περνά ένα άδειο/χέρσο κομμάτι γης μέχρι να γίνει δάσος. Πρώτα έρχονται τα πανίσχυρα μονοετή "ζιζάνια" που προετοιμάζουν το έδαφος, μετά τα διετή, τα πολυετή, μετά οι θάμνοι (αγκαθωτοί, ψυχανθείς κτλ) και μετά τα δέντρα που (όπως λέει η θεωρία και έχω παρατηρήσει κι εγώ η ίδια) φυτρώνουν προστατευμένα ανάμεσα στους θάμνους, ψηλώνουν, κτλ. Η όλη διαδικασία παίρνει χρόνια εάν αφεθεί ανενόχλητη, αλλά όταν αναχαιτίζεται ή παρεμποδίζεται από οποιονδήποτε παράγοντα, παίρνει... περισσότερα χρόνια! Σίγουρα ολόκληρη μία ανθρώπινη ζωή, συχνά παραπάνω. Τα δάση που βλέπουμε, εάν δεν έχουν φυτευτεί από τον άνθρωπο, έχουν ηλικίες πολλών αιώνων.


Στους φυτοφράχτες που περπάτησα παρατήρησα όλα τα στάδια, που από κάποιο σημείο εξέλιξης και μετά, προχωρούν ταυτόχρονα. Η γη διατηρεί μέσα της μία πλούσια τράπεζα σπόρων, οι οποίοι ενεργοποιούνται στο δικό τους χρόνο. 'Αλλο φυτό ξυπνάει τον Μάρτη, άλλο τον Απρίλη, κι εκεί που έβλεπες λευκές καυκαλήθρες τώρα βλέπεις γαλάζιες νιγκέλες, και πάει λέγοντας. Ποτέ δεν πλήττεις. Και καθώς περνούν τα χρόνια, ο αέρας τα πουλιά τα ζώα και ο άνθρωπος φέρνουν κι άλλους σπόρους, που έρχονται και προστίθενται στη βιοποικιλότητα του φυτοφράχτη. Με τον τρόπο αυτό δημιουργούνται κι άλλα ενδιαιτήματα για περισσότερα είδη πουλιών και ζώων. Ετσι σιγά-σιγά φτιάχνεται ο παράδεισος.
Τα παλιότερα χρόνια, προ ζιζανιοκτόνων, οι φυτοφράχτες έπαιζαν σημαντικό ρόλο στην φυτοπροστασία: τα πουλιά που φώλιαζαν εκεί έτρωγαν τα έντομα που έτρωγαν τα σπαρτά, κτλ. Ολόκληρη τροφική αλυσίδα με αρχή τους πολυποίκιλους μικροοργανισμούς του εδάφους και κορυφή τα μεγάλα αρπακτικά που κρατούσαν σε έλεγχο τους πληθυσμούς των μικρότερων πουλιών.


Καθώς περπατούσα αναλογιζόμουν τις αναλογίες των φυτοφραχτών μέσα στην κοινωνία. Το λεγόμενο "περιθώριο", και τους λεγόμενους "περιθωριακούς" - λέξεις που νωρίς έμαθα οτι αντιστοιχούν σε ανθρώπους περιφρονητέους, ανεπρόκοπους, 'χαμένα κορμιά', ανθρώπους 'λούμπεν', ανυπάκουους και παράνομους, οραματιστές και εφευρέτες, τρελλούς, ανθρώπους επικίνδυνους για το στάτους κβο και την 'τάξη των πραγμάτων', ανθρώπους που σχεδιάζουν κοινοτικά νομίσματα και 'αντάρτες-κηπουρούς', ανθρώπους που δεν έχουν θέση στην κοινωνία των πολλών... Και σκεφτόμουν πως όλη αυτή η βιοποικιλότητα και η ομορφιά που αναγνωρίζω και εκτιμώ εγώ περπατώντας ανάμεσα στα χωράφια, για τους αγρότες είναι απλά χασούρα χώρου, φυτά ανεπρόκοπα (εφόσον δεν δίνουν την ζητούμενη και αμοιβόμενη παραγωγή), φυτά που δεν μπαίνουν σε σειρές, ζιζάνια δηλαδή, που από τύχη ή από τη μορφολογία του εδάφους βρίσκονται εκεί που βρίσκονται (δεν χωράει να τα ξεπατώσει το τρακτέρ). Καμιά φορά, μάλιστα, εάν περισσέψει καθόλου ζιζανιοκτόνο δηλητήριο από τα χωράφια, ο αγρότης το ρίχνει στο φράχτη - όπως με πίκρα ανακάλυψα μία μέρα στη βόλτα μου.


Σκεφτόμουν τα δύο είδη πλούτου: τον πλούτο που προκύπτει από το σιτάρι, τους ηλίανθους, την ελαιοκράμβη, το κριθάρι, το τριφύλλι - όλα φυτά μονοκαλλιεργούμενα σε μεγάλες εκτάσεις στον κάμπο, με χρηστικότητα για τη διατροφή τη δική μας, των οικόσιτων ζώων, και για βιοκαύσιμα, για τα οποία οι αγρότες επιδοτούνται και αμοίβονται με χρήματα τα οποία εξαργυρώνονται σε άλλα εμπορεύσιμα αγαθά. "Και έτσι κινείται η αγορά".


Και στις άκρες, στα περιθώρια, ο άλλος πλούτος: η ατέλειωτη βιοποικιλότητα. Με τη δική της τάξη και σειρά, την όχι γραμμική και καλλιεργημένη από ανθρώπου χέρι. Η φύση που αυτοοργανώνεται, διαφοροποιείται, αυτορρυθμίζεται, και τρέφει. Γιατί σάμπως πριν την επινόηση της γεωργίας οι άνθρωποι δεν τρέφονταν; Ακόμα σήμερα ζουν κάποιες ("πρωτόγονες" τις λέμε) φυλές τροφοσυλλεκτών-κυνηγών, των οποίων η διατροφή είναι τόσο ποικίλη που η εντερική τους χλωρίδα είναι εκατό φορές πιο πλούσια από τη δική μας, και οι μόνες ασθένειες που έχουν είναι αυτές που τους φέρνουμε οι "πολιτισμένοι".
Επίσης διδάσκει. Σε μία εποχή που όλα τα θέλουμε ίδια και ομοιογενή, (από την ύλη που θα διδάσκονται τα παιδιά μας στο σχολείο μέχρι τις καρέκλες στην τραπεζαρία μας, και από τις ντομάτες στο ράφι του σουπερμάρκετ μέχρι τις υπεύθυνες δηλώσεις στα ΚΕΠ, και η λίστα δεν έχει τέλος φυσικά), η αυτοοργανωμένη φύση που επιβιώνει στα όρια μας μαθαίνει τη διαφοροποίηση και την ποικιλία. Όλα ζουν μαζί, το καθένα στο χρόνο και στο χώρο του, το καθένα στη δική του τάξη (που αν δεν είμαστε ειδικοί βιολόγοι ούτε που τη φανταζόμαστε), και μπορεί σε ένα τετραγωνικό μέτρο γης να ζουν ίσαμε είκοσι είδη μέσα σε ένα ημερολογιακό έτος. 


Πλάι στα μονοκαλλιεργούμενα χωράφια οι φυτοφράχτες σφύζουν από βιοποικιλότητα. Ενας σπασμένος αγωγός άρδευσης δημιουργεί μία κρυμμένη όαση από χρήσιμα φυτά, ένα οικοσύστημα λίμνης ανάμεσα στις καλλιέργειες. Σε μία εποχή που η μονοκαλλιέργεια του νου μοιάζει μονόδρομος, και δεν μπορούμε να φανταστούμε αλλιώτικο σύστημα οικονομίας, διακυβέρνησης, παιδείας, υγείας, κοινωνικής οργάνωσης από το δεδομένο, έρχεται "το περιθώριο" να μας θυμίσει τη διαφοροποίηση, την αυτοοργάνωση, την αυτορρύθμιση. Να μας θυμίσει οτι υπάρχουν νόμοι και τάξη διαχρονικότεροι από τους δικούς μας, που επιτρέπουν στη ζωή να ζει με πληρότητα και αφθονία. Και χαρά, λέω εγώ, καθώς ακούω τα βατράχια να κοάζουν κάνοντας φιγούρα στις θηλυκές, μια που είναι εποχή ερώτων ολούθε.



Μέσα στο 'περιθώριο' των ανεπρόκοπων, των ανυπάκουων, των τρελλών οραματιστών που "δεν έχουν στον ήλιο μοίρα", των διαφορετικών της κοινωνίας μας ίσως να βρίσκονται τα σπέρματα της ανανέωσης της φαντασίας μας. Στην τωρινή φάση της κοινωνίας, όπου έχουν αποτύχει και χρεωκοπήσει τα πολιτικά, οικονομικά, εκπαιδευτικά συστήματα που μέχρι σήμερα δοκιμάσαμε, ίσως να πρέπει να ψάξουμε στα όρια και στα περιθώρια να εμπνευστούμε. Εστω, να στοχαστούμε και να διδαχθούμε. Να αναγνωρίσουμε και να εκτιμήσουμε τον πλούτο της βιοποικιλότητας, μήπως και μπορέσουμε να μάθουμε κι εμείς να ζούμε μαζί. Σαν το παλιούρι με την τριανταφυλλιά το βάτο και το αγιόκλημα. Μαζί.



Παραπομπές σχετικές με τους φυτοφράχτες στη βιβλιογραφία:


8 Ιουν 2020

'Ανοιξη Εντός


Το κίτρινο του ηλιακού φωτός μαζί με το γαλάζιο του ουρανού όταν παντρεύονται μας δίνουν το πράσινο. Το πράσινο που είναι το χρώμα της ανάπτυξης της ζωής επάνω στον πλανήτη μας, το πράσινο που όταν το βλέπουμε ανοίγει μέσα στην ψυχή μας χώρο. Αυτό το χρώμα αρχίζει να φαίνεται πρώτο-πρώτο την άνοιξη. Ανοίγει κάτι μέσα μας, "ανοίγει η καρδιά μας", και το λέμε άνοιξη.


Φέτος ήταν μία αλλιώτικη άνοιξη. Ο χειμώνας έφερε μία επιδημία από την Κίνα, και η άνοιξη σε πολλές χώρες πέρασε "εντός". Μέσα  στο σπίτι, μακριά από κοινωνικές συναναστροφές και συνευρέσεις για το φόβο του κορωνοϊού, με συναντήσεις και εκπαίδευση μέσα από την οθόνη του υπολογιστή, με φίλους να έχουν ξεμείνει σε ξένες χώρες ή άσχετες πόλεις, με κλείσιμο καταστημάτων, βιβλιοθηκών, σινεμά, σχολείων, ωδείων, γυμναστηρίων, με καραντίνα όπου για να βγείς από το σπίτι έπρεπε να γράψεις χαρτί για τον εαυτό σου ή να στείλεις sms για το λόγο της εξόδου σου εκ της οικίας. Με όλα αυτά. Ενα μεγάλο σοκ για όλη την κοινωνία, φόβος τρελλός να διασπείρεται από τις τηλεοράσεις και όλα τα ΜΜΕ, και οι άνθρωποι σε κατάσταση σύγχυσης. Η καλύτερη εποχή για αναστοχασμό, για ένα βήμα πίσω και μια βουτιά "εντός".


Φέτος ήθελα να βρίσκομαι έξω, όμως. Πολύ πριν την καραντίνα, μέσα στο χειμώνα ξεκίνησα να παίρνω τους μικρούς αγροτικούς δρόμους βόρεια του σπιτιού μου. Χωματόδρομοι πατημένοι από τρακτέρ και αγροτικά, φαγωμένοι από τις βροχές, που έδιναν πρόσβαση σε μεγάλα και μικρά χωράφια χωρίς άλλους φράχτες πέραν των φυσικών. Οι φυσικοί φράχτες είναι για μένα μαγνήτης: εκεί στοιβάζεται όλη η βιοποικιλότητα άλλων εποχών, ίσως και ολόκληρη η οικολογική ιστορία ενός τόπου. Στα χωράφια μπαίνουν τρακτέρ, οργώνονται ψεκάζονται λιπαίνονται και σπέρνονται με σπόρους του εμπορίου, καλλιεργούνται φυτά που θα αποφέρουν χρηματικό κέρδος στον αγρότη (ηλίανθοι, σιτάρια, κριθάρια, βρώμη, τριφύλλι, καλαμπόκια). Ευθυγραμμισμένες μονοκαλλιέργειες που  στην αρχή τους φαντάζουν σαν στρωμένοι και καλοχτενισμένοι τόποι. Πού και πού κάποιο κτήμα με κάποιο σπίτι μέσα, με μπαξέ και δέντρα, ή κάποια στάνη (όσο απομακρύνεται κανείς από την πόλη). Οι παλιοί φυτοφράχτες κρύβουν μικρά και μεγάλα θαύματα της φύσης, βρώσιμα, πόσιμα, φάρμακα του σώματος και της ψυχής. Το ανάγλυφο του τοπίου περιέχει επίσης μικρορεματιές που δημιουργούν πτυχές στο έδαφος, μια που στο βάθος βρίσκονται οι υπώρειες των λόφων που κατεβαίνουν ήπια από τη μεγάλη οροσειρά της Ροδόπης.





Από μικρή είχα ανακαλύψει οτι στοχάζομαι καλύτερα όταν περπατάω σε ησυχία, μόνη ή με τον σύντροφό μου, ακούγοντας μόνο τα πουλιά. Ετσι φέτος η κατάδυση εντός έγινε δια της περιπατητικής οδού. Μετά από προσωπικές δοκιμασίες πολλών μηνών (ίσως και χρόνων!) αφέθηκα στα βήματά μου χωρίς άλλη σκέψη πέρα από την χαλαρή παρατήρηση, χωρίς άλλη πρόθεση πέρα από την παρουσία. Πέντε μήνες μετά, ιδού τα ευρήματα.


Η φύση διαρκώς αλλάζει. Οι αλλαγές "φαίνονται" έντονα ανά εβδομάδα, αλλά είναι φορές που από τη μία μέρα στην άλλη ο θάμνος που ήταν όλος αγκάθια και ξερά κυνόροδα αποκτά ανοιχτοπράσινα μπουμπούκια φύλλων - μικρά, αλλά αισθητά. Το κουβάρι από μαύρα αγκάθια που λέγεται τσαπουρνιά, μέσα σε δέκα μέρες μεταμορφώνεται σε μία έκρηξη φωτός, καθώς ανθίζουν πάλλευκα ανθάκια που καλύπτουν κάθε σπιθαμή κλαδιών και αγκαθιών, και μάλιστα σε μία εποχή που οι υπόλοιποι αγκαθωτοί θάμνοι μοιάζουν ξερά πεθαμένα κουβάρια κλαδιών και το μοναδικό πράσινο είναι το αστραφτερό των πολύ πολύ νεαρών σιταριών.


Αρχίζεις να παρατηρείς τα διαφορετικά πράσινα. Το σιτάρι με τις μεταμορφώσεις του, την ανθισμένη φτελιά, το πουρνάρι, τα κυπαρίσσια, τα ραδίκια, τις καυκαλήθρες, τις αγριοφράουλες. Πάνω από την άπλα του κάμπου και τα μακρινά βουνά, ο ουρανός παίζει το δικό του δράμα, και ορίζει το τοπίο με το φως του.
Κάθε μέρα τα ίδια μονοπάτια. Κάθε μέρα, με όλους τους καιρούς, σε όλες τις ώρες. Τα ίδια μονοπάτια. Που δεν είναι ποτέ ίδια, γιατί όταν περπατάς συνειδητά, όντας παρούσα στο παρόν, ο χώρος διευρύνεται και εμφανίζονται στοιχεία και λεπτομέρειες που δεν είχες προσέξει την προηγούμενη εβδομάδα. Το τοπίο γίνεται ένας διαρκώς μεταβαλλόμενος καμβάς. Αλλάζουν τα χρώματα, ξετυλίγονται τα μοτίβα της ανάπτυξης μέσα στο χρόνο, από το φυντάνι στον καρπό μέσα σε δύο ή τρείς μήνες για κάποια είδη. Το βλέμμα γίνεται βαθύ, αγκαλιάζει περισσότερα, και η καρδιά ακολουθεί και βαθαίνει κι αυτή.

Και έτσι μαθαίνεις να αγαπάς τη γη.

Φέτος η άνοιξη ξετυλίχτηκε ‘εντός’, παρακολουθώντας μία συμφωνική ορχήστρα χρωμάτων σχημάτων και αρωμάτων να παίζει τη δική της μουσική, παρέα με τις πεταλούδες και τα πουλιά. Ένας αόρατος μαέστρος έδινε το σήμα να ‘μπει’ τώρα ο κράταιγος με τα ανθάκια του, μετά η αγριοτριανταφυλλιά, μετά το αγιόκλημα, και παράλληλα οι βιολέτες, τα αστέρια της Βηθλεέμ και οι ανεμώνες, η αγριοβρώμη, κτλ. Λατινικά ονόματα φυτών δίχως τελειωμό: viola odorata, prunus spinosa, reseda lutea, salvia viridis, fragaria vesca, ulmus campestris, nigella damascena, tordylium apulum, quercus coccifera, helianthemum nummularium… Ένας αόρατος μαέστρος που δεν σταματάει ποτέ, και διευθύνει μία τεράστια ορχήστρα που λέγεται οικοσύστημα μέσα στο οποίο ηχούν και τα δικά μου βήματα. Αυτή την άνοιξη την τόσο μοναχική ο ενθουσιασμός γεννιόταν με το πρώτο ανθισμένο αγριοτριαντάφυλλο, με το τραγούδι των πουλιών στη ρεματιά το ηλιοβασίλεμα, με το λιβάδι τα χαμομήλια και την αλεπού που μας κοιτούσε από το ύψωμά της. Ο ενθουσιασμός γεννιόταν με κάθε νέα εξέλιξη στο τοπίο, με κάθε νέα ανακάλυψη, κάθε νέο όνομα. Εμαθα τι σημαίνει να βλέπεις τον κόσμο, τον ίδιο κόσμο, με νέα μάτια κάθε μέρα. Αυτό που ο δάσκαλός μου ονόμαζε ‘αγάπη’.

Όλοι μου οι φίλοι βρήκαν ευκαιρία μέσα στην καραντίνα και οργάνωσαν καλύτερα τη δουλειά τους, έκαναν διαδικτυακά μαθήματα, έγραψαν κεφάλαια βιβλίων ή σημαντικά άρθρα, έφτιαξαν συνταγές «του Ακη», τελείωσαν μεταπτυχιακά που χρόνιζαν, κτλ. Εκμεταλλεύτηκαν το χρόνο τους «παραγωγικά» εντός του σπιτιού τους. Εγώ έζησα την καραντίνα έξω στα χωράφια, εντός του εαυτού μου. Μια αλλιώτικη άνοιξη. Με πειραματισμούς, βότανα, αναστοχασμούς, και μία ησυχία που όμοιά της δεν έχω ξαναζήσει, στο εδώ και στο τώρα.

.